Οι ευκαιρίες της Παλαιστίνης μετά τον πόλεμο φθοράς
Στις στιγμές της κατάπαυσης του πυρός τα αποτελέσματα δεν μετριούνται από τον αριθμό των πυραύλων που εκτοξεύτηκαν, ούτε από το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά από το πιο σκληρό ερώτημα: ποιος επέβαλε τους όρους του στον άλλον; Και ποιος βγήκε από τη σύγκρουση χωρίς να διαλυθεί;
Οσα έχουν διαρρεύσει για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών για δύο εβδομάδες, ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Κίνας και της Ρωσίας να περάσουν σχέδιο απόφασης στο Συμβούλιο Ασφαλείας με αμερικανική στήριξη σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, δεν αντανακλούν το τέλος ενός πολέμου, αλλά αποκαλύπτουν μια νέα ισορροπία δυνάμεων που διαμορφώθηκε υπό τα πυρά. Μια ισορροπία που δεν επιτρέπει καθοριστική νίκη, αλλά ούτε περιορίζεται σε μια απλή ισοπαλία.
Το Ιράν, που μπήκε στη σύγκρουση γνωρίζοντας τη διαφορά της συμβατικής ισχύος, δεν πόνταρε στη στρατιωτική νίκη, αλλά στην παράταση της σύγκρουσης και στη μετατροπή της σε πόλεμο φθοράς. Και σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε. Οι θεσμοί του δεν κατέρρευσαν, ούτε παραλύθηκε η στρατιωτική ή πολιτική του ικανότητα, παρά τις δολοφονίες και τα επαναλαμβανόμενα πλήγματα.
Αντιθέτως, παρατηρήθηκε ευρεία λαϊκή συσπείρωση, ακόμη και από την αντιπολίτευση, γύρω από το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας, κάτι που ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις με ιρανική πρωτοβουλία. Παράλληλα, διατήρησε την πυραυλική του ισχύ ως μέσο αποτροπής και τις συμφωνίες του με την Κίνα και τη Ρωσία, αυξάνοντας το κόστος του πολέμου για τους αντιπάλους του, ιδιαίτερα το Ισραήλ.
Από την άλλη πλευρά, η ιρανική απειλή για τα Στενά του Ορμούζ δεν ήταν απλώς επικοινωνιακή πίεση, αλλά ένα πραγματικό εργαλείο επιρροής στην παγκόσμια οικονομία και στον Αμερικανό λήπτη αποφάσεων. Παρότι η Τεχεράνη δεν προχώρησε σε πλήρες κλείσιμο, διατήρησε την απειλή ενεργή, αυξάνοντας την παγκόσμια ανησυχία και περιπλέκοντας τους υπολογισμούς του πολέμου, ενώ ενίσχυσε και τα αντιπολεμικά αισθήματα σε ευρωπαϊκές κοινωνίες και στις ΗΠΑ.
Παρά ταύτα, αυτό που πέτυχε το Ιράν μπορεί να χαρακτηριστεί μερική νίκη: απέτρεψε την ήττα και επέβαλε τον πόλεμο φθοράς χωρίς να υποκύψει. Αυτό οδήγησε ακόμη και στην παρουσίαση δέκα σημείων ως βάσης διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων όπως η διέλευση των Στενών και ο εμπλουτισμός ουρανίου υπό διεθνείς όρους. Πρόκειται για σημαντική εξέλιξη, αν και δεν συνιστά πλήρη επιβολή της ιρανικής βούλησης.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν απέτυχαν μόνο να επιτύχουν τους στόχους τους, αλλά υπέστησαν υψηλότερο στρατηγικό κόστος από το αναμενόμενο. Η είσοδος σε έναν πόλεμο με στόχο την ταχεία νίκη και η έξοδος χωρίς αυτήν δεν συνιστούν ισοπαλία, αλλά σχετική υποχώρηση. Αυτό αποτυπώθηκε και στον πολιτικό λόγο, καθώς οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του Τραμπ έδειξαν ένταση και δυσαρέσκεια, φτάνοντας μέχρι την έμμεση αποδοχή ιρανικών όρων. Παράλληλα, παρατηρήθηκε μείωση της στήριξης από παραδοσιακούς συμμάχους και αύξηση της εσωτερικής αμφισβήτησης στις ΗΠΑ.
Το Ισραήλ, που βασίζεται στην ταχεία στρατιωτική επικράτηση, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια διαφορετική πραγματικότητα, όπου αυτή η αντίληψη διαβρώνεται σταδιακά, με αυξανόμενο πολιτικό, οικονομικό και ψυχολογικό κόστος. Ετσι, η κατάπαυση του πυρός μοιάζει περισσότερο με σιωπηρή παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί να συντρίψει τον άλλον χωρίς δυσβάσταχτο τίμημα. Για τους Παλαιστινίους, αυτό δημιουργεί ένα πιθανό πολιτικό περιθώριο. Οχι επειδή άλλαξαν οι ισορροπίες ριζικά, αλλά επειδή ο αντίπαλος είναι πλέον πιο προσεκτικός. Ωστόσο, χωρίς ενότητα και σαφή στρατηγική, οι ευκαιρίες χάνονται.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ισχύς του αντιπάλου, αλλά η αδυναμία μας να αξιοποιήσουμε τις μεταβολές προς όφελός μας. Ισως, λοιπόν, αυτή η στιγμή να σηματοδοτεί μια νέα πολιτική φάση. Η αποτυχία της στρατιωτικής επιβολής ανοίγει τον δρόμο για επαναπροσδιορισμό των περιφερειακών σχέσεων, όπως φάνηκε και από την προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας - Ιράν με κινεζική διαμεσολάβηση. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να εξεταστεί και ένας παλαιστινο-ιρανικός διάλογος σε νέες βάσεις: χωρίς παρέμβαση στις παλαιστινιακές αποφάσεις, αλλά με αξιοποίηση της περιφερειακής θέσης του Ιράν. Η κατάρρευση της ρητορικής απειλών υπενθυμίζει ότι η ωμή δύναμη, όταν αποτυγχάνει στο πεδίο, υποχωρεί μπροστά στην πολιτική. Και ανάμεσα στις αυταπάτες των περιφερειακών «νικών» και στον κίνδυνο πολιτικής περιθωριοποίησης, το παλαιστινιακό ερώτημα παραμένει: Θα μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε ένα εθνικό σχέδιο ικανό να δράσει ή θα παραμείνουμε αντικείμενο στις συγκρούσεις των άλλων;
*Πρώην επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα
