Κάθε φορά που βγαίνω στον πηγαιμό για το final-4, μιλάμε πλέον για τρεισήμισυ γεμάτες δεκαετίες και για 28+1 τουρνουά, θυμάμαι πάντοτε τη Γάνδη. Το σωτήριον έτος ήταν 1988, τα καραβάνια των Ελλήνων ξεκινούσαν από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από όλες τις πέριξ του Βελγίου χώρες, ένας ταξιδιωτικός πράκτορας που υποσχέθηκε εισιτήρια χωρίς να τα έχει πασαλείφθηκε με πίσσα και πούπουλα και εγώ ήμουν απεσταλμένος της πάλαι ποτε κραταιάς Απογευματινής, μίας εφημερίδας που μου έδωσε 30.000 δραχμές και με πρόσταξε να κάνω ό,τι καταλάβαινα.

Σημερινά 90 ευρώ, για να αγοράσω αεροπορικό εισιτήριο, να κλείσω δωμάτιο για τέσσερις νύχτες, να μετακινηθώ, να φάω, να πιω και νηστικός να κοιμηθώ. «Αυτό που καταλάβαινα» ήταν ότι δεν έπρεπε να το χάσω με τίποτε το ταξίδι. Η εκστρατεία ξεκίνησε με γενναιόδωρη χορηγία από το πορτοφόλι του πτέραρχου -που ευτυχώς συμφώνησε μαζί μου- και ολοκληρώθηκε με ένα δυσοίωνο οδοιπορικό μέσα στα δάση της Φλάνδρας, στους σκοτεινούς χωματόδρομους με τις λεύκες χωρίς φυσικά GPS, αναζητώντας το διαβόητο ξενοδοχείο που είχε στον θυρεό του μία μαύρη γάτα.

Το νοικιάρικο αυτοκίνητο οδηγούσε ο μπαρουτοκαπνισμένος Τάκης Ευσταθίου από το Έθνος, προσωπικός φίλος του Γιάννη Ιωαννίδη, ενώ στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Χρήστος Μότσιας, ένας μποέμ συνάδελφος που διάβαζε ποίηση και έγραφε βιβλία για τις γαστριμαργικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Ο μακαριστός Ιωαννίδης έφυγε για έναν καλύτερο κόσμο τον περασμένο Οκτώβριο και βρήκε τον Μότσια να περιμένει εκεί, από χρόνια. «Πού είσαι ρε Γιάννη, σε περίμενα να πάμε σινεμαδάκι…».

Ήταν η πρώτη, από τις πάμπολλες φορές, που άκουσα ένα από τα θρυλικά ολονύχτια ρεσιτάλ του Ιωαννίδη. Αργότερα ξεθάρρεψα και έφευγα για ύπνο με την πρώτη υποψία εκφυλισμού της «συζήτησης» σε παραλήρημα (π.χ. στη Λιμόζ, όταν ο «ξανθός» και οι συν αυτώ διέρρηξαν το μπαρ του ξενοδοχείου Νοβοτέλ γύρω στις 3 το πρωί), αλλά τότε, στο Ομπέρζ Ντυ Πεσέρ της Γάνδης, ήμουν όλος αυτιά και γουρλωμένα μάτια, ένα μειράκιο 21 ετών που ζούσε το όνειρό του, έστω με δικά του εν πολλοίς έξοδα.

Ο Άρης δεν πήρε το κύπελλο που μες στην απειρία του πίστευε ότι είχε σίγουρο, ο Ιωαννίδης βίωσε το πρώτο από τα έξι άγονα final-4 της καριέρας του, τα κιτρινόμαυρα πλήθη έγιναν κάδρο στα παλιά γραφεία της FIBA και εγώ έβλεπα τον ΜακΑντού, τον Γκάλη, τον Μενεγκίν και τον Ντίβατς σαν να ήταν εξωγήινοι, χαρακτήρες μεγαλύτεροι από την ίδια τη ζωή. Που, πράγματι, ήταν.

Ο Ιωαννίδης, ο άνθρωπος που έτρωγε την πέτρα σαν ψωμί, θα είχε κατακτήσει τουλάχιστον ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, ίσως και δύο και περισσότερα, εάν δεν έπεφτε στην παγίδα του «εμφύλιου σπαραγμού». Παρασυρμένος από τη θέρμη της κερκίδας, πανηγύρισε τη νίκη επί του Παναθηναϊκού στον ημιτελικό του 1994 σαν να ήταν κατάκτηση τροπαίου. Δείτε τα πλάνα που διασώθηκαν από τη μετάδοση της ΕΡΤ και θα με θυμηθείτε: ο προπονητής του Ολυμπιακού έκανε σαν τρελός, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην καριέρα του.

Ο αποπροσανατολισμός πέρασε τους τοίχους των αποδυτηρίων και πότισε τους παίκτες, το ξενύχτι του Ρόι Τάρπλεϊ έφερε αναταραχή το πρωί του τελικού και ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς άρπαξε το κύπελλο και μη τον είδατε. Σας είπα ότι το 1988 στη Γάνδη ο «Ζοτς» ήταν παίκτης της Παρτιζάν; Ουδείς φανταζόταν τότε, ότι αυτός ο τύπος που κουβαλούσε μία καταδίκη φυλάκισης για θανατηφορό τροχαίο ήταν ένας μάγος καμουφλαρισμένο σε μπασκετμπολίστα.

Παρακολούθησα τα final-4 του Άρη, του ΠΑΟΚ, ακόμα και της ΑΕΚ. Τους «αιώνιους» τους έζησα να εκστρατεύουν μαζί, να εκστρατεύουν χώρια, να μετατρέπουν τα παθήματα σε μαθήματα, να πανηγυρίζουν 6+3 φορές, να τρώγονται μεταξύ τους, ενίοτε να μελαγχολούν. Να βρίσκονται αντιμέτωποι ενώπιος ενωπίω σε τελικό δεν τους είδα ποτέ και υποψιάζομαι ότι δεν θα το δω ούτε φέτος.

Ο Ολυμπιακός ασφαλώς δεν είναι φαβορί απέναντι στους μπαντίδος του Κάουνας Μαδριλένους, ενώ ο Παναθηναϊκός, με τα προβλήματα που κουβαλάει, έχει από 50 τοις εκατό και κάτω πιθανότητες κόντρα στη Φενέρ των δικών του ανθρώπων. ‘Εχουν, ωστόσο, πιθανότητες. Και οι δύο. Και πολύ κόσμο στο πλευρό τους.

Κάτι μου λέει, ότι αυτή τη φορά, περισσότερο από το 2009 και από το 2012, καμία σχέση φυσικά με την εξαγωγή αλητείας σε Τελ Αβίβ και Σαραγόσα, η συμπεριφορά του πλήθους και η ατμόσφαιρα στο γήπεδο θα παίξουν καταλυτικό ρόλο. Καθισμένοι σχεδόν κώλο με κώλο, με το συμπάθειο, οι οπαδοί των «αιωνίων» θα κληθούν να υποστηρίξουν την ομάδα τους χωρίς να ερωτευτούν ξαφνικά τον αντίπαλο του μισητού εχθρού, χωρίς να εκτροχιαστούν και χωρίς να τραβήξουν το βλέμμα μακριά από το στόχο.

Διότι, ξέρετε, οι αθλητές (και οι προπονητές) επηρεάζονται από τέτοια και χάνουν το μυαλό τους, πολύ περισσότερο απ’ ότι θα δεήσουν να παραδεχθούν. Εάν τα χαϊλάιτς της Παρασκευής έχουν να κάνουν με μάνες που π*διούνται στο λιμάνι ή στον Λουμπαρδιάρη, το τρένο θα φύγει από αύριο κιόλας προς τη Μαδρίτη ή προς την Πόλη. Και κανένας από τους επιβάτες δεν θα μιλάει ελληνικά, με εξαίρεση τον Γιώργο Παπαγιάννη και τα σπαστά του Νικ, του Σάρας και του Ντόρσεϊ. Α, και του Μάριο Χέζονια.

Δεν σας κρύβω, ότι η ατμόσφαιρα στο Βερολίνο του 29oυ final-4 της ζωής μου μου φαίνεται αλλόκοτη. Στους δρόμους κυκλοφορούν άτομα που θα πάνε στο γήπεδο (ή στη fanzone) χωρίς να δίνουν πεντάρα για το μπάσκετ. Έλληνες που ήρθαν για πόλεμο στο βαθμό που θα τους το επιτρέψουν οι Γερμαναράδες σκύλαροι, Τούρκοι που ετοιμάζουν πανό για τον Κεμάλ και το 1453, ποδοσφαιρόφιλοι που είδαν μπάλα και μπήκαν, λίγοι Ισπανοί που γελάνε γιατί ξέρουν ότι στην αναμπουμπούλα χαίρεται ο λύκος, είδα μέχρι και σοκαρισμένους οπαδούς της Λεβερκούζεν που ήρθαν απ’ ευθείας από το Δουβλίνο για τον μεθαυριανό τελικό του ποδοσφαιρικού Ποκάλ (με την Καϊζερσλάουτερν, για να μη ψάχνετε).

Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν εδώ -μία ισχυρή, αν και σιωπηρή πλειοψηφία- αμέτρητοι πραγματικοί φίλαθλοι, από αυτούς που κλείνουν το ταξίδι τους νωρίς για να μη τρέχουν την τελευταία στιγμή, και που φρόντισαν από τον Ιανουάριο για πτήσεις, δωμάτια και (το κυριότερο) εισιτήρια των αγώνων.

Αυτοί είναι ακραιφνείς «αμί ντε μπασκέτ», που σημαδεύουν κάθε χρόνο το final-4 και το μετατρέπουν σε Μέκκα μπασκετικού τουρισμού. Κάποτε η ΦΙΜΠΑ μας έστελνε σε Γάνδες και Σαραγόσες, αλλά οι τελευταίες δεκαετίες έστειλαν τη διοργάνωση σε ελκυστικούς προορισμούς (ας εξαιρεθεί το Κάουνας), ιδανικούς για ζευγάρια, παρέες φίλων, οικογένειες, κανονικούς ανθρώπους. Επαναλαμβάνω, αυτοί έχουν και εισιτήρια για το γήπεδο, αγορασμένα σε ονομαστικές τιμές, και δεν πιστεύουν στην τύχη τους. Το Βερολίνο, άλλωστε, είναι μία πόλη ονειρεμένη. Και ο καιρός που συναντήσαμε εδώ, πολύ καλύτερος από της Ελλάδας.

Υπολογίζω ότι είναι εκατοντάδες οι Έλληνες που ήρθαν ή καταφτάνουν στο Βερολίνο χωρίς το «μαγικό χαρτάκι» και χωρίς τα χιλιάρικα που χρειάζονται για να το αγοράσουν στη μαύρη και στη γκρίζα αγορά. Σημειωτέον ότι το όχι και τόσο μακρινό 2009 ο φόβος των επεισοδίων είχε κρατήσει πολλούς στα μετόπισθεν και πάντως μακριά από το final-4. Το μεσημέρι των ημιτελικών είχα στην τσέπη μου 6 πακέτα εισιτηρίων και δεν είχα σε ποιον να τα πουλήσω!

Τελικά βρέθηκε αγοραστής λίγο πριν βγω Υπό Τας Φιλύρας να τα κάνω μουνταρία. Εάν είχα σήμερα στα χέρια μου έξι εισιτήρια για τους αυριανούς ημιτελικούς; Θα γινόμουν επί γερμανικού εδάφους ο πιο περιζήτητος νυμφίος και ίσως και ο πλουσιότερος.

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Ανέμων, υδάτων και ακραίων καιρικών φαινομένων το ανάγνωσμα. Μπήκατε στο λημέρι του μπάσκετ, αλλά κινδυνεύετε να διαβάσετε ό,τι άλλο βρέξει ο ουρανός. Το πορτοκαλί ένδυμα υποχρεωτικό, το χαμόγελο προαιρετικό. Εδώ δεν χαϊδεύουμε αυτιά, ούτε κρύβουμε λόγια. Αυτές είναι οι αρχές μας. Αν σας αρέσουν, αφήστε τα έγχρωμα γυαλιά στην είσοδο και κοπιάστε. Αν δεν σας αρέσουν, έχουμε κι άλλες.

Μοναδικός απαράβατος κανόνας είναι ότι όλα επιτρέπονται.

QOSHE - Εφιάλτης στον δρόμο με τις φιλύρες - Νίκος Παπαδογιάννης
menu_open
Columnists Actual . Favourites . Archive
We use cookies to provide some features and experiences in QOSHE

More information  .  Close
Aa Aa Aa
- A +

Εφιάλτης στον δρόμο με τις φιλύρες

22 3
24.05.2024

Κάθε φορά που βγαίνω στον πηγαιμό για το final-4, μιλάμε πλέον για τρεισήμισυ γεμάτες δεκαετίες και για 28 1 τουρνουά, θυμάμαι πάντοτε τη Γάνδη. Το σωτήριον έτος ήταν 1988, τα καραβάνια των Ελλήνων ξεκινούσαν από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από όλες τις πέριξ του Βελγίου χώρες, ένας ταξιδιωτικός πράκτορας που υποσχέθηκε εισιτήρια χωρίς να τα έχει πασαλείφθηκε με πίσσα και πούπουλα και εγώ ήμουν απεσταλμένος της πάλαι ποτε κραταιάς Απογευματινής, μίας εφημερίδας που μου έδωσε 30.000 δραχμές και με πρόσταξε να κάνω ό,τι καταλάβαινα.

Σημερινά 90 ευρώ, για να αγοράσω αεροπορικό εισιτήριο, να κλείσω δωμάτιο για τέσσερις νύχτες, να μετακινηθώ, να φάω, να πιω και νηστικός να κοιμηθώ. «Αυτό που καταλάβαινα» ήταν ότι δεν έπρεπε να το χάσω με τίποτε το ταξίδι. Η εκστρατεία ξεκίνησε με γενναιόδωρη χορηγία από το πορτοφόλι του πτέραρχου -που ευτυχώς συμφώνησε μαζί μου- και ολοκληρώθηκε με ένα δυσοίωνο οδοιπορικό μέσα στα δάση της Φλάνδρας, στους σκοτεινούς χωματόδρομους με τις λεύκες χωρίς φυσικά GPS, αναζητώντας το διαβόητο ξενοδοχείο που είχε στον θυρεό του μία μαύρη γάτα.

Το νοικιάρικο αυτοκίνητο οδηγούσε ο μπαρουτοκαπνισμένος Τάκης Ευσταθίου από το Έθνος, προσωπικός φίλος του Γιάννη Ιωαννίδη, ενώ στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Χρήστος Μότσιας, ένας μποέμ συνάδελφος που διάβαζε ποίηση και έγραφε βιβλία για τις γαστριμαργικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Ο μακαριστός Ιωαννίδης έφυγε για έναν καλύτερο κόσμο τον περασμένο Οκτώβριο και βρήκε τον Μότσια να περιμένει εκεί, από χρόνια. «Πού είσαι ρε Γιάννη, σε περίμενα να πάμε σινεμαδάκι…».

Ήταν η πρώτη, από τις πάμπολλες φορές, που άκουσα ένα από τα θρυλικά ολονύχτια ρεσιτάλ του Ιωαννίδη. Αργότερα ξεθάρρεψα και έφευγα για ύπνο με την πρώτη υποψία εκφυλισμού της «συζήτησης» σε παραλήρημα (π.χ. στη Λιμόζ, όταν ο «ξανθός» και οι συν αυτώ διέρρηξαν το μπαρ του ξενοδοχείου Νοβοτέλ γύρω στις 3 το πρωί), αλλά τότε, στο Ομπέρζ Ντυ Πεσέρ της Γάνδης, ήμουν όλος αυτιά και γουρλωμένα μάτια, ένα μειράκιο 21........

© gazzetta


Get it on Google Play