Τεόφιλο Κουμπίγιας - Ενας... συνομιλητής της μπάλας
Από τη σκιά των Ανδεων ατενίζει τον κόσμο, πλέον σε ηλικία 77 χρόνων, και έχει κάθε λόγο να αισθάνεται πως η παρουσία του στα γήπεδα δεν πέρασε απαρατήρητη, παρά την αδυναμία κατάκτησης βαρύτιμων τροπαίων από την Εθνική Περού. Ναι μεν είχε παίξει το 1978, στο παιχνίδι-ντροπή του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αργεντινής, όταν οι Περουβιανοί δέχτηκαν με προκλητική ευκολία έξι γκολ (6-0) από την Αργεντινή ώστε οι νικητές -διοικούμενοι από τη χούντα Βιντέλα- να παίξουν στον τελικό, αλλά για παρουσίες όπως του, ύψους 1,73 μ., γεννημένου στις 8 Μαρτίου 1949, Τεόφιλο Κουμπίγιας, υπάρχουν πολλά εγκώμια ώστε να αγνοηθεί αυτή η μελανή στιγμή. Και πώς μπορεί να συμβεί το αντίθετο, όταν αναφερόμαστε σε έναν από τους πιο θεαματικούς, μα και δημιουργικούς ηγέτες στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Οποιος από εσάς διστάζει να δεχτεί αυτόν τον χαρακτηρισμό θα δει στον ύπνο του τον Πελέ να τον επιπλήττει! Ο Βραζιλιάνος «βασιλιάς» έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση-αναγνώριση για τον Κουμπίγιας! Ο Πελέ την είχε εκφράσει με λόγια αλλά και ως εκλέκτορας... Η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, η FIFA, έχει επιλέξει το δικό του απευθείας φάουλ-γκολ εναντίον της Σκοτίας (Παγκόσμιο Κύπελλο 1978), στα επίσημα αρχεία της, ως το «ιδανικό-πιο θεαματικό απευθείας χτύπημα φάουλ».
Ο Κουμπίγιας είδε το φως, σκιερό από τις επιβλητικές Ανδεις, στην πρωτεύουσα Λίμα και για να ανακαλύψει μέσα του έμφυτα ποδοσφαιρικά χαρίσματα. Τεχνίτης-συνομιλητής της μπάλας με δυνατό και ταυτόχρονα τεχνικό σουτ. Στα απευθείας φάουλ; Παροιμιώδης η ικανότητά του... Περνούσε την μπάλα από την... κλειδαρότρυπα του τείχους όταν δεν την έστελνε με φάλτσο-δίνη από πάνω του ή πλάι του, με αρκετά συνηθισμένη κατάληξη τα αντίπαλα δίχτυα.
Ο «καλύτερος Περουβιανός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» σύμφωνα -και- με τον διεθνή φορέα στατιστικής του ποδοσφαίρου («IFFHS») στο τέλος του αιώνα. Τον αποκαλούσαν «El Nene» («Το μωρό») από την εποχή που έπαιζε, χάρη στο διαρκές χαμόγελό του και την πηγαία συμπεριφορά-αγάπη προς συμπαίκτες αλλά και αντιπάλους. Η ίδια καθολική αναγνώριση, όπως ενημερωθήκαμε από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της πατρίδας του, είναι εδώ και δεκάδες χρόνια η αιτία κλήσης του στα σχολεία του Περού. Η συνομιλία-μάθημα με τους μαθητές. Η παρουσία του σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1970, 1978, 1982) είναι το σημαντικό προφανές της πορείας του. Η ανάλυσή της προκαλεί θαυμασμό. Στο συμβολικό Μουντιάλ του 1970 (Μεξικό), μόλις 21 χρόνων, οδήγησε το Περού στην προημιτελική φάση. Εκεί, στους «8», μοιραία αποκλείστηκε από τη μυθική Βραζιλία (ήττα με 4-2). Το δεύτερο γκολ το είχε πετύχει ο ίδιος, αλλά όχι μόνο αυτό.
Ο Κουμπίγιας είχε πετύχει συνολικά πέντε γκολ σε τέσσερα παιχνίδια: εκτός αυτού με τη «σελεσάο», άλλα δύο με το Μαρόκο, από ένα εναντίον Βουλγαρίας και Δυτικής Γερμανίας. Δεύτερος σκόρερ της κορυφαίας διοργάνωσης, επίσης με πέντε γκολ, ήταν το 1978 στην Αργεντινή. Σε έξι παιχνίδια αυτή τη φορά: δύο κόντρα στη Σκοτία, χατ τρικ απέναντι στο Ιράν. Θυμηθείτε ότι η αρχική θέση του δεν ήταν καθαρός επιθετικός, αλλά «δεκάρι». Εβρισκε όμως συχνά πυκνά δίχτυα, με πολλούς απρόσμενους» -σύμφωνα με τον Πελέ- τρόπους. Ευνόητο αποτέλεσμα κατόχων υψηλής τεχνικής όπως η δική του. Ο Πελέ, το 2004, τον είχε ψηφίσει ανάμεσα στους «125 καλύτερους παίκτες όλων των εποχών». Τέσσερα χρόνια μετά (2008) στην επέτειο μισού αιώνα από την κατάκτηση του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη Βραζιλία, ο Πελέ τον επέλεξε και πάλι εντός της «καλύτερης ενδεκάδας του νοτιοαμερικανικού ποδοσφαίρου των τελευταίων 50 ετών».
Ευνόητες διακρίσεις! Απαριθμούμε τις επιτυχίες του ως επιχειρήματα: συνολικά με τους συλλόγους του (Αλιάνζα Λίμα 1966-1972, 1977-78, 1987-88), Βασιλεία (1972-73,πρωταθλητής), Πόρτο (1974-77), Μαϊάμι Φορτ Λοντερντέιλ Στράικερς (1979-83, 1988), Μαϊάμι Σαρκς (1988-89), σε 488 παιχνίδια πέτυχε 280 γκολ, με την Εθνική Περού, σε 81 συμμετοχές γιόρτασε 26 δικά του τέρματα.
Τεόφιλο Κουμπίγιας, ένας από τους τρεις παίκτες-σκόρερ περισσότερων από πέντε γκολ σε δύο Παγκόσμια κύπελλα. Οι Γερμανοί, πιο σύγχρονοι, Μίροσλαβ Κλόζε και Τόμας Μίλερ, είναι οι άλλοι δύο. Φορούσε το «10» όταν ήταν παίκτης της Πόρτο, έχοντας πετύχει 66 γκολ σε 110 παιχνίδια και τότε ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης στην ιστορία του πορτογαλικού ποδοσφαίρου», έχοντας αφήσει δεύτερο στην ίδια καταγραφή το μεγαθήριο που λεγόταν Εουσέμπιο!
Με την προπονητική δεν ήθελε ποτέ να ασχοληθεί. Μόλις μια χρονιά έκατσε σε πάγκο. Το 1988, στην αγαπημένη του Αλιάνζα Λίμα.
