Η νοσταλγία των ΗΠΑ και οι πρόθυμοι της Ευρώπης
Δυο εβδομάδες περίπου πριν την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, ο Μάρκο Ρούμπιο, υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ, εκφώνησε μια ομιλία στο Συνέδριο του Μονάχου, η οποία χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ιστορική. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ το γιατί. Αν μη τι άλλο, ο Ρούμπιο επανέλαβε ό,τι είχε πει ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα στο ίδιο συνέδριο ο Αντιπρόεδρος Βανς. Η κατακλείδα του Βανς, ότι δηλαδή η Ευρώπη είναι πλέον ιδεολογικά αντίθετη στις ΗΠΑ, προκάλεσε δάκρυα σε ορισμένους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Η κατακλείδα του Ρούμπιο, ότι δηλαδή οι ΗΠΑ είναι δημιούργημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και ότι το μέλλον μας δε μπορεί παρά να είναι κοινό εάν η Ευρώπη αποφασίσει να ακολουθήσει πάνω στη γραμμή που θέτουν οι ΗΠΑ, προκάλεσε ανακούφιση. Και στις δυο περιπτώσεις, η στάση των Ευρωπαίων είχε κάτι το αξιολύπητο.
Ο ανώτερος δυτικός πολιτισμός και η εκ των έσω πτώση
Η ομιλία, την οποία διαδέχτηκε ενθουσιασμός από μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων και εγχώριων πολιτικών, ήταν ένα κάλεσμα για επιστροφή της ανθρωπότητας σε ένα σκοτεινό παρελθόν. Ένα παρελθόν από το οποίο χρειάστηκε σημαντική οικονομική πρόοδος, επιστημονική εξέλιξη, και κυρίως διαρκείς, συχνά αιματηροί αγώνες, προκειμένου η Δύση να απαγκιστρωθεί. Για τον Ρούμπιο είναι πρόβλημα η δαπάνη για το κράτος πρόνοιας, γιατί τα χρήματα αυτά δεν επενδύθηκαν στην άμυνα, όπως έκαναν εχθρικά προς τη Δύση κράτη. Το ελεύθερο εμπόριο, γιατί οδήγησε σε αποβιομηχανοποίηση και εξάρτηση από εχθρικά έθνη για κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι πολιτικές πράσινης ενέργειας, γιατί πτώχευσαν τους πολίτες ενώ οι αντίπαλοι συνέχισαν να επενδύουν σε συμβατικές πηγές ενέργειας. Η μετανάστευση, γιατί απειλεί τη συνέχιση του δυτικού πολιτισμού. Οι διεθνείς οργανισμοί, γιατί αδυνατούν να δώσουν λύσεις στις διαμάχες που μαίνονται σε ένα ολοένα και εχθρικότερο διεθνές περιβάλλον. Δώστε προσοχή στα παραπάνω: Πρόκειται για την αποδοχή ένος κόσμου που αποτελείται από συμμάχους και εχθρούς. Είμαστε «εμείς» εναντίον «αυτών». Εμείς αντιπροσωπεύουμε τον ανώτερο δυτικό πολιτισμό και τις αξίες που διέδωσε. Έναν πολιτισμό του οποίου η πτώση επιταχύνθηκε μετά το 1945 από «κομμουνιστικές επαναστάσεις και αντιαποικιακές εξεγέρσεις». Αυτόν τον πολιτισμό θέλουμε πίσω. «Αυτοί» θέλουν την αλλοίωση του πολιτισμού μας μέσω ανοιχτών συνόρων, μέσω εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας σε διεθνείς οργανισμούς, μέσω προσχώρησης στη «σέχτα της πράσινης ενέργειας».
Ο λόγος του υπουργού είναι ρατσιστικός και διχαστικός. Η αναβίωση της αποικιοκρατικής λογικής δεν εκδηλώνεται μόνο ως αναπόληση, αλλά ως απτή πολιτική πρακτική. Απόδειξη η μετα-εκεχειριακή διαχείριση της Γάζας, η πραξικοπηματική επέμβαση στη Βενεζουέλα, η επέμβαση αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν, με τις δύο τελευταίες να έχουν και ένα εσάνς κλασσικής αποικιοκρατίας, στοχεύοντας στον έλεγχο των φυσικών πόρων των χωρών.
Η υποκρισία και ο κυνισμός των ΗΠΑ
Είναι όμως και ένας λόγος σκόπιμα παραπλανητικός. Ας εξετάσουμε δύο παραδείγματα. Το ελεύθερο εμπόριο, που τώρα ευθύνεται για την αποδυνάμωση της βιομηχανικής δυνατότητας των ΗΠΑ, ήταν σύλληψη και επίτευγμα των ΗΠΑ. Ήταν οι ΗΠΑ που υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την Κίνα στον Παγκόσμιο Οργανισμού Εμπορίου το 2001 επί προεδρίας Μπους, με τους Δημοκρατικούς να έχουν ήδη στρώσει το έδαφος για αυτό από τα μέσα του 1990 επί Κλίντον. Η αποδοχή ήταν αποτέλεσμα της πιο δαπανηρής εκστρατείας επιρροής που έγινε ποτέ από τον αμερικανικό επιχειρηματικό κόσμο και αποδείχθηκε μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα επένδυση. Η χαμηλού κόστους μαζική παραγωγή σε κινεζικό έδαφος, που οφειλόταν κυρίως στο φτηνό εργατικό δυναμικό, επέτρεψε στους Αμερικανούς να αυξήσουν θεαματικά την κατανάλωσή τους.
Η υλική ευμάρεια που απολάμβαναν για χρόνια οι Αμερικάνοι είναι η απόδειξη ότι η παγκοσμιοποιημένη αγορά ήταν συνειδητή επιδίωξη, και δούλεψε καλά, τόσο προς όφελος των καταναλωτών, όσο και του αμερικανικού κεφαλαίου. Μέχρι που σταμάτησε να δουλεύει. Για μια και πλέον δεκαετία, η Κίνα αύξανε την εξαγωγική της ικανότητα, κρατώντας τις τιμές και τους μισθούς χαμηλά, χάριν σε μια τεράστια εσωτερική δεξαμενή εργατικού δυναμικού. Η απώλεια θέσεων εργασίας, για την οποία τα αμερικανικά συνδικάτα είχαν προειδοποιήσει ήδη από το 1990, άρχισε να εκτυλίσσεται σε μεγάλη κλίμακα. Ακόμα και αυτή η δυσαρέσκεια της μεσαίας τάξης όμως, ήταν διαχειρίσιμη. Αυτό που δεν ήταν διαχειρισιμο ήταν η προοπτική της Κίνας να γίνει ένας υπολογίσιμος νέος πόλος στην παγκόσμια σκακιέρα.
Το αφήγημα που τόσον καιρό υποβαθμιζόταν έγινε πλέον χρήσιμο: η Κίνα όχι μόνον είναι απειλή για την εθνική ασφάλεια, αλλά είναι και υπεύθυνη για τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν. Προσέξτε, το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης είναι, σε ένα βαθμό, πραγματικό. Ήταν όμως επιλογή των ΗΠΑ. Μια επιλογή που τώρα πια δεν τις εξυπηρετεί, και πρέπει να αντιστραφεί επαναπατρίζοντας τη βιομηχανική παραγωγή μέσω επιβολής δασμών στις εισαγωγές.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά στην κριτική στους διεθνείς οργανισμούς για την αποτυχία εύρεσης διπλωματικών λύσεων. Η διαπίστωση αυτή είναι εν μέρει σωστή, και ταυτόχρονα βρίθει υποκρισίας. Η αδυναμία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να παράξει λύσεις μέσω διπλωματίας οφείλεται στο δικαίωμα άσκησης βέτο που έχουν τα πέντε μόνιμα κράτη-μέλη στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το βέτο έχει χρησιμοποιηθεί αφειδώς από τα μόνιμα μέλη για να προωθήσουν τις γεωπολιτικές τους ατζέντες, «ξεδοντιάζοντας» τον οργανισμό σε καταστάσεις που έπρεπε να αναλάβει δράση. Ενδεικτικά, οι ΗΠΑ έχουν ασκήσει το δικαίωμα βέτο τους κατά ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας που αφορούν το Ισραήλ 49 φορές. Προκειμένου λοιπόν να ξεπεραστεί ο σκόπελος του βέτο, που όσο να’ναι συχνά φέρνει την αντιπροσωπία των ΗΠΑ στην άβολη θέση να το ασκήσει, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δρομολογήσει την αντικατάσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας από το Συμβούλιο Ειρήνης, του οποίου θα προεδρεύει ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ και τα μέλη του θα προσλαμβάνονται επίσης από τον ίδιο.
Εν κατακλείδι, ο υπουργός εξωτερικών κατηγορεί ένα σύστημα το οποίο οι ίδιες οι ΗΠΑ έστησαν, επειδή πλέον δεν τις ευνοεί. Εξυμνεί την περίοδο εκείνη που η Δύση επεκτεινόταν διαδίδοντας και επιβάλλοντας τον πολιτισμό της μέσω πολέμων και αποικιοκρατικών εκστρατειών. Αποστρέφεται την περίοδο κατά την οποία η Δύση μοιράστηκε τα οφέλη της πρώτης περιόδου, μέσω της παγκοσμιοποίησης. Υποκρίνεται αποφεύγοντας να εξηγήσει πως δεν ήταν η μεγαλοκαρδία των δυτικών χωρών που προώθησε την διεθνή συνεργασία και τις παγκοσμιοποιημένες αγορές, αλλά μια προσπάθεια διατήρησης της ηγεμονικής τους θέσης σε μια εποχή που πλέον δεν ευνοούσε αποικιοκρατικές τακτικές. Απαντάει ο γερουσιαστής Πάουελ Τζούνιορ στην ερώτηση του προέδρου Αιζενχάουερ για το πώς οι ΗΠΑ μπορούν να αυξήσουν την επιρροή τους στην Ασία και την Αφρική (1955): «Σταματήστε να στηρίζετε την αποικιοκρατία στον ΟΗΕ, αντιμετωπίστε το φυλετικό πρόβλημα στις ΗΠΑ, αναδείξτε τη σημαντική πρόοδο που έχουμε ήδη επιτύχει και διορίστε περισσότερους νέγρους σε διπλωματικές θέσεις στο εξωτερικό».[ Απόσπασμα από το βιβλίο του Mark Mazower, Governing the World: The History of an Idea, σελ. 261]
Το μήνυμα που επικοινωνεί ο Ρούμπιο είναι, πάντως, ειλικρινές: Σκοπός είναι η συγκέντρωση πόρων, εξουσιών, και διακρατικών λειτουργιών, στις ΗΠΑ, καθώς είναι αυτή η μόνη χώρα, με τον πρόεδρο Τραμπ στην ηγεσία, που συνεχίζει να πρεσβεύει το δυτικό αξιακό σύστημα. Το μέσον επίτευξης του σκοπού είναι η βία, ο οικονομικός πόλεμος, η αποδυνάμωση των χωρών ή των οργανισμών που κατέχουν οτιδήποτε οι ΗΠΑ επιθυμούν. Κι εσείς, οι Ευρωπαίοι, έχετε δύο επιλογές: να είστε μαζί μας, ή να εκλείψετε μόνοι. «Διότι εμείς στην Αμερική δεν έχουμε κανένα ενδιαφέρον να λειτουργήσουμε ως ευγενικοί διαχειριστές της ελεγχόμενης παρακμής της Δύσης».
Το ερώτημα λοιπόν είναι που στέκεται η Ευρώπη. Και η απάντηση είναι: σε μια θέση πλήρους υποταγής, όπως αποδεικνύει σε κάθε ευκαιρία. Την τελευταία εβδομάδα μόνο, η Ευρώπη είχε δύο σημαντικές ευκαιρίες να διαφοροποιήσει και να ενδυναμώσει τη θέση της έναντι των ΗΠΑ. Αντί αυτού, επέλεξε την υποτακτικότητα:
⇒ Σε κοινή δήλωση των Στάρμερ, Μακρόν και Μέρτς μετά την επίθεση στο Ιράν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταδίκασαν το ιρανικό καθεστώς χωρίς να βρουν να αρθρώσουν μια λέξη για την καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου από ΗΠΑ και Ισραήλ. Το ίδιο Διεθνές Δίκαιο που θα επικαλεστούν στο μέλλον όταν ο στόχος θα έχει μετακινηθεί. Προκειμένου να μην υπάρξει χώρος για παρανοήσεις, ο καγκελάριος Μερτς είπε πως «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να κάνουμε διάλεξη στους Αμερικανούς εταίρους μας περί διεθνούς δικαίου», σε μια δήλωση εξαιρετικά παρόμοια με αυτήν του Έλληνα πρωθυπουργού, η οποία ακολούθησε την επίσης παράνομη αποστολή απαγωγής του προέδρου ενός κράτους.
⇒ Λίγες μέρες νωρίτερα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε μέρος των δασμών που έχει επιβάλλει η κυβέρνηση των ΗΠΑ ως παράνομους. Η απόφαση αφορά και δασμούς που επιβλήθηκαν στην Ευρώπη, ένα βέλος στην φαρέτρα των Ευρωπαίων εταίρων για να επαναδιαπραγματευτούν καλύτερους όρους με τις ΗΠΑ. Δεν πρόκειται να το κάνουν όμως. Το φόβητρο που επιστρατεύουν οι ΗΠΑ είναι η άρση της ασπίδας προστασίας, του ΝΑΤΟ. Με τους ιρανικούς πυραύλους να χτυπούν Κυπριακό έδαφος, πολλοί θα σπεύσουν να υπενθυμίσουν την αξία της στρατιωτικής συμμαχίας. Υπάρχει όμως και μια διαφορετική ανάγνωση: ότι η Ευρώπη σέρνεται σε ένα πόλεμο που θέλει το Ισραήλ, διακινδυνεύοντας την ασφάλεια των πολιτών της και έχοντας στον ορίζοντα την αύξηση των στρατιωτικών της δαπανών λόγω της έκρυθμης πλέον κατάστασης που δημιουργήθηκε κοντά στα σύνορά της. Το όφελος για τις ΗΠΑ, μεγάλο. Για την Ευρώπη, αρνητικό.
Θα μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική. Θα μπορούσε η Ευρώπη, αντί να προσαρμόζεται στα καπρίτσια του προέδρου των ΗΠΑ, να κρατήσει μια συνεπή στάση ως προς την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Να υψώσει ανάστημα στον ΟΗΕ. Να μη ντρέπεται για το κράτος πρόνοιας που έχει καταφέρει να δημιουργήσει, ούτε για το σαραντάωρο εργασίας που έχει θεσπίσει. Να επισπεύσει την ολοκλήρωσή της και να υπερασπιστεί τον κεκτημένο τρόπο ζωής της. Οι δυτικες αξίες που περιγραφει ο Ρούμπιο δεν ειναι οι σύγχρονες δυτικές αξίες που (θα έπρεπει να) ενστερνίζεται η Ευρώπη. Είναι δυτικές αξίες μιας άλλης εποχής, που δοκιμάστηκαν, μετεξελίχθηκαν, διευρύνθηκαν, βελτιώθηκαν, συμπεριέλαβαν. Όχι λόγω της μεγαλοκαρδίας των Δυτικών. Λόγω αναγκαιότητας για την προάσπιση των συμφερόντων τους, η οποία για να επιτευχθεί έπρεπε να φορά ένα μανδύα υποκρισίας. Η επιστροφή πάντως σε ένα σκοτεινότερο παρελθόν σκληρού realpolitik είναι κάτι που η Ευρώπη ούτε πρέπει να επιθυμεί, ούτε μπορεί να στηρίξει. Η εναλλακτική επείγει, αλλά με την παρούσα ηγεσία παραμένει άπιαστη.
*O Γιώργος Σταθόπουλος έχει εργαστεί ως σύμβουλος στρατηγικής σε διεθνείς και μη-κυβερνητικούς οργανισμούς στους τομείς της εκπαίδευσης, του εσωτερικού εκτοπισμού πληθυσμών λόγω διενέξεων και φυσικών καταστροφών και της υγείας.
