Πώς μπορεί η Αριστερά να αντιμετωπίσει την Ακροδεξιά και τον λαϊκισμό;
Στο βιβλίο του «Ο καιρός των θλιμμένων παθών: ανισότητες και λαϊκισμός» (εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα) ο Γάλλος κοινωνιολόγος Francois Dubet (Φρανσουά Ντιμπέ) επιχειρεί να μας υποδείξει τι πρέπει να κάνει η Αριστερά για να καταπολεμήσει την ακροδεξιά, τον υφέρποντα λαϊκισμό και τον ρατσισμό της, ο οποίος κατευθύνεται προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Οπως μας ενημερώνει «γιατί μολονότι αντιτασσόμαστε στις πολύ μεγάλες ανισότητες, σπεύδουμε να υπερασπιστούμε τις “μικρές”, ιδίως όταν μας ευνοούν. […] Το καθεστώς των κοινωνικών τάξεων οικοδομείται με αφετηρία το σχηματισμό μιας εξαθλιωμένης εργατικής τάξης και την ανάδυση μιας τάξης καπιταλιστών βιομηχάνων. Στο όνομα της δημοκρατικής ισότητας είναι που αμφισβητούνται οι ταξικές ανισότητες. Οι κοινωνικές τάξεις γεννιούνται, επομένως, από την αντιφατική συνάντηση μεταξύ δημοκρατικής ισότητας και καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας».
Συνεχίζει λέγοντας ότι «οι λαϊκές τάξεις στον πληθυντικό αντικαθιστούν την εργατική τάξη στον ενικό. Οι τάξεις θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο υπάρχουν ταξικά κόμματα και ταξικά εκλογικά σώματα. Αλλωστε ποτέ οι ατομικές συμπεριφορές και οι συλλογικές δράσεις δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες, όσο αξίωνε η θεωρία».
Στη συνέχεια ο Ντιμπέ αναφέρεται στην πολυδιάσπαση των κινημάτων. «Εχει καταστεί πλέον δύσκολο να ερμηνευθεί η ψήφος ως έκφραση της ταξικής συνείδησης. Οι λαϊκές τάξεις δεν ψηφίζουν πια ως επί το πλείστον τα κόμματα που τις διεκδικούν. Στις εκλογές η ηλικία, το φύλο, το πτυχίο και ο τόπος κατοικίας βαραίνουν περισσότερο απ’ ό,τι η τάξη».
Ακολούθως αναλύει το φαινόμενο των «πολλαπλών ανισοτήτων», όπως το ονομάζει, περιλαμβάνοντας σ’ αυτές τις ανισότητες εισοδήματος, περιουσίας, κατανάλωσης, υγείας, πρόσβασης στις σπουδές, πολιτιστικών πρακτικών και χόμπι, χρόνου αφιερωμένου στην οικογένεια, γεωγραφικής, κοινωνικής ή επαγγελματικής κινητικότητας, χωρίς να ξεχνάμε τον κίνδυνο διακρίσεων όσον αφορά τις ανισότητες σε θέματα ασφάλειας, περιβάλλοντος ή ευτυχίας. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίζουμε τις παγκόσμιες ανισότητες που διαχωρίζουν μεταξύ τους τις κοινωνίες».
Ο Ντιμπέ μάς λέει πως «δεν χωρεί αμφιβολία ότι στο καθεστώς των πολλαπλών ανισοτήτων που παρατηρείται στην κοινωνία μας, πολλά άτομα αλλάζουν κοινωνική θέση από γενιά σε γενιά, αλλά τελικά κινούνται ελάχιστα. […] Γενικά το κόστος ζωής είναι μεγαλύτερο για τους φτωχούς, επειδή έχουν λιγότερες επιλογές, ζουν περισσότερο επί πιστώσει και οι τόκοι που καλούνται να καταβάλλουν είναι υψηλότεροι».
Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναλύει τα συναισθήματα που προκαλούν οι κοινωνικές διακρίσεις: αυτά περιλαμβάνουν την ντροπή, την ταπείνωση, την οργή και την παραίτηση από τη συλλογική δράση. Οπως τονίζει, «δεν επιθυμούμε πάντα να ταυτιζόμαστε με τη συλλογικότητα με την οποία μας συνδέει το παράπονό μας. Αποδεχόμενος τη θέση του θύματος θεωρώ ότι δεν είμαι πια κύριος της ζωής μου».
Στις μέρες μας όμως υπάρχει μια διαφοροποίηση: το ίντερνετ δίνει σε όλα αυτά σημαντική απήχηση. Η τοξικότητα έχει χτυπήσει ταβάνι. «Προπάντων αυτή η νέα οικονομία του ομιλείν δημοσίως συμβαδίζει με την εξατομίκευση των εμπειριών των ανισοτήτων. Την προεκτείνει αυτοστιγμεί και αδιαμεσολάβητα. […] Η αίσθηση που μας μένει είναι του «Forgotten Man»», όπως τον ονομάζει ο Ντιμπέ, «του Λευκού, έντιμου, καρτερικού, φορολογούμενου εργαζόμενου από τον οποίο ζητείται να αναλάβει το βάρος των φτωχών, των μεταναστών και των πρώην αποικιοκρατούμενων».
Αυτό εκμεταλλεύεται η ακροδεξιά με τον λαϊκισμό της και ποντάρει στα σίγουρα. Η Αριστερά εάν θέλει να πάει κόντρα στο ρεύμα χρειάζεται ένα σχέδιο. «Οι ακραίες ανισότητες δεν είναι μόνο σκανδαλιστικές. Είναι και επικίνδυνες, αφού γεννούν μια άρχουσα ελίτ πέρα από κάθε έλεγχο που μετακινεί τις επενδύσεις της βάσει δημοσιονομικών ευκαιριών, των κοινωνικών επιβαρύνσεων και των οικολογικών ρυθμίσεων και των προσδοκώμενων μερισμάτων. […] Οι δυνάμεις που θέλουν να καταπολεμήσουν τις λαϊκίστικες παρεκκλίσεις, δεν πρέπει να ικανοποιούνται με μια ηθική καταδίκη που φαντάζει τόσο πιο μάταιη όσο πιο δικαιολογημένος μοιάζει ο θυμός».
