Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή η κρυμμένη αλήθεια
Από τη στιγμή που ήρθαν στο φως οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ακούστηκε και γράφτηκε ότι αυτοί μαζί με άλλους ήταν φυλακισμένοι από τη δικτατορία του Μεταξά στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας μέχρι το 1941 που κατέκτησαν τη χώρα οι Γερμανοί ναζί και παραδόθηκαν από το φασιστικό καθεστώς στους Γερμανούς ναζιστές, ενώ θα μπορούσαν να είχαν απελευθερωθεί (Ελληνες γαρ!) πριν τους παραλάβουν οι Γερμανοί. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή μένει στην αφάνεια και εκτίθεται στη συνέχεια.
Από τους 600 πολιτικούς κρατουμένους στην Ακροναυπλία οι περισσότεροι ήταν κομμουνιστές του ΚΚΕ, υπήρχαν όμως και αρκετοί τροτσκιστές, μεταξύ αυτών ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο Σπύρος Στίνας, αλλά και αρχειομαρξιστές. Οταν έφτασε η είδηση ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα τον Απρίλιο 1941 και από στιγμή σε στιγμή θα φτάσουν και στην Ακροναυπλία, οι περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να συζητούν την ιδέα της δραπέτευσης. Οταν δε άρχισε ο βομβαρδισμός της περιοχής, διότι το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια στα οποία οι Βρετανοί και οι Νεοζηλανδοί στρατιώτες επιβιβάζονταν σε πλοία για να διαφύγουν προς την Αίγυπτο, οι συζητήσεις για ομαδική απόδραση εντάθηκαν.
Ο Στίνας αφηγείται: «Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας πλήθος γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζανε το λιμάνι, τα φρούρια, το σιδηροδρομικό σταθμό. Αλλα πλοία καίγονταν και άλλα ανατινάζονταν στον αέρα. Ζούσαμε όλες αυτές τις εφιαλτικές ημέρες με το άγχος ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμαστε πολτός από σάρκες. Αυτή όμως η κατάσταση ήταν και η πιο κατάλληλη για την απόδρασή μας. Η φρουρά του Στρατοπέδου είχε πανικοβληθεί και βρισκόταν διαρκώς σε πρόχειρα καταφύγια. Ηταν εντελώς δυνατή μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η απόδρασή μας. Και θα ήταν δυνατή δίχως θύματα… Εμείς θέταμε διαρκώς το ζήτημα της ομαδικής μας απόδρασης και παντού σ’ όλη τη μάζα των κρατουμένων εύρισκε αυτό απήχηση. Αυτό ήταν το μοναδικό αντικείμενο των συζητήσεων. Παντού άκουγες: Γιατί δεν φεύγουμε; Θα μείνουμε εδώ να μας πιάσουν οι Γερμανοί; Με αγανάκτηση οι σταλινικοί κρατούμενοι παρακολουθούσαν την παθητική στάση της ηγεσίας τους» [1].
Ο Γιάννης Μανούσακας, που ήταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, κοντά στο κόμμα αυτός, συμφωνεί: «Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες. Ολο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πώς πρέπει και πώς μπορούμε να φύγουμε. Ομως οι δισταγμοί εκείνων που είναι κοντά στην καθοδήγηση και ποτέ τους δεν έχουνε γνώμη μάς υποψιάζουν. Αυτοί δεν μιλάνε ή μας συστήνουν κιόλας να μη συζητάμε, κι ότι οι ‘‘αρμόδιοι’’ μελετάνε το θέμα. Απ’ εδώ γεννιούνται υποψίες ότι η καθοδήγηση προσαρμόζεται να μας κρατήσει κει μέσα κι ότι οι συσκέψεις είναι πώς θα προσαρμόσει κι εμάς τα μέλη της ομάδας στην πολιτική της αυτή. Στο μεταξύ μας πίεζαν κι ορισμένοι από τους χωροφύλακες που είχαν απομείνει για να φύγουμε. Θυμάμαι που με σταμάτησε μπροστά στις κιγκλίδες ένας Χανιώτης χωροφύλακας, ο Παπαδάκης, και μου λέει: ‘’Γιατί δεν φεύγετε, Μανούσακα, να φύγουμε κι εμείς; Μα δεν είσαστε άντρες. Οσο εσείς καθόσαστε μπορεί και μας κρατάει ο διοικητής μας. Ποιος σας εμποδίζει και δεν το σκάτε;’’»[2].
Τα ίδια έγιναν και στους 200 πολιτικούς κρατουμένους που επέστρεφαν από την Πύλο. Η φρουρά που τους συνόδευε τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν, αλλά ο κομματικός υπεύθυνος Κώστας Κολιγιάννης αρνήθηκε και έτσι επέστρεψαν στο στρατόπεδο!
Ομως η κομματική καθοδήγηση (Ιωαννίδης, Ζωγράφος) ήταν αντίθετη με την απόδραση με διάφορα ψεύδη, προφάσεις και δικαιολογίες, τη μία ότι αν δραπέτευαν ο διοικητής θα διέταζε να τους πυροβολήσουν, την άλλη ότι ο υπουργός Ασφαλείας Μανιαδάκης είχε συμφωνήσει να τους απελευθερώσει όταν η κυβέρνηση θα εγκατέλειπε την Αθήνα ή ότι ένεκα του συμφώνου μη αμοιβαίας επίθεσης που είχαν υπογράψει η Γερμανία του Χίτλερ και η Ρωσία του Στάλιν οι Γερμανοί θα τους άφηναν ελεύθερους. Ετσι απέτρεψε την απόδραση των κρατουμένων και τους παρέδωσε ομήρους στους Γερμανούς ναζί! Ο Στίνας συμπεραίνει: «Αν η δικτατορία είναι μία φορά υπεύθυνη για την παράδοσή μας στους Γερμανούς, η σταλινική ηγεσία είναι εκατό φορές»[3]. Και ο Μανούσακας τονίζει με πίκρα ότι ήταν μεγάλο λάθος να μη δραπετεύσουν[4]. Τα ίδια περίπου αφηγούνται ο Βασίλης Γιαννόγκωνας («Ακροναυπλία», 1963) και ο Βασίλης Εξαρχος («Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία», Αυγή, 2 και 3 Απριλίου 1980).
Στα περιστατικά αυτά διαγράφεται εμφανώς η αυταρχική δομή του ΚΚΕ και η παθητικότητα των μελών της βάσης, που πίστευαν τυφλά στην ηγεσία. Αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη της κομμουνιστικής ηγεσίας, τα οποία οδήγησαν στην ολέθρια πορεία εκατοντάδες αγωνιστές και αθώους ανθρώπους, όπως διαπιστώνουν και οι δύο συγκρατούμενοι Στίνας και Μανούσακας. Αρκετοί από τους «ομήρους» εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς για αντίποινα, όπως 200 στην Καισαριανή, 60 στο Κούρνοβο και άλλοι αλλού…
1. Στίνας, «Αναμνήσεις», σ. 269.2. Γιάννης Μανούσακας, «Ακροναυπλία», σ. 171.3. Στίνας, «Αναμνήσεις», σ. 271.4. Μανούσακας, «Ακροναυπλία», σ. 10.
*Διδάκτορας Φιλοσοφίας, συγγραφέας
