Το ελληνικό ενεργειακό παράδοξο: περισσότερη καθαρή ενέργεια, ακριβότερη καθημερινότητα
Του Θανάση Γιανναδάκη
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περισσότερη καθαρή ηλεκτροπαραγωγή από κάθε προηγούμενη περίοδο. Η επιτυχία της μετάβασης, όμως, δεν κρίνεται από τα εγκατεστημένα έργα. Κρίνεται από το αν μειώνεται ο λογαριασμός, αν ενισχύεται η παραγωγή και αν το όφελος παραμένει στην κοινωνία και στην ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, το 2025, η συνολική ενεργειακή δαπάνη της κατοικίας απορροφούσε στην Ελλάδα το 8,7% του μέσου εισοδήματος, έναντι 6,1% στον μέσο όρο των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χωρών. Μόνο το ηλεκτρικό ρεύμα αντιστοιχούσε στο 4,7%, έναντι 2,9%. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρισκόταν τον Ιούνιο του 2026 περίπου 7% πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Ελλάδα ήταν ακριβότερη στους 26 από τους 30 μήνες από τον Ιανουάριο του 2024.
Η λιανική αγορά εξηγεί γιατί το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, στο τέλος του 2025 η ΔΕΗ εκπροσωπούσε το 70,92% των μετρητών, αλλά το 50,31% της κατανάλωσης. Ο δείκτης συγκέντρωσης έφθανε τις 5.198 μονάδες βάσει μετρητών, επίπεδο ιδιαίτερα συγκεντρωμένης αγοράς. Ο ανταγωνισμός λειτουργεί περισσότερο στους μεγάλους πελάτες και λιγότερο στα νοικοκυριά και στις μικρές επιχειρήσεις.
Τα σταθερά τιμολόγια απέδειξαν ότι η προβλεψιμότητα μπορεί να είναι και οικονομικότερη. Για........
