Στα σαράντα πέντε χρόνια που έζησα στο Λονδίνο δεν έχασα εκλογές στην Ελλάδα. Ερχόμουνα κάθε φορά, πήγαινα στις τελευταίες προεκλογικές συγκεντρώσεις και ψήφιζα στον Πειραιά. Παραπονιόμαστε μόνιμα οι απόδημοι γιατί δεν μπορούμε να ψηφίζουμε στον τόπο κατοικίας μας ή επιστολικά όπως οι Βρετανοί. Είναι δίκαιο αίτημα. Τώρα ήρθε η ώρα. Γιατί υπάρχουν διαφωνίες με το σχέδιο της κυβέρνησης;

Μετά την μεταπολίτευση έγιναν πέντε αποτυχημένες πρωτοβουλίες για ψήφιση νόμου που θα έδινε το δικαίωμα ψήφου στους αποδήμους,. Η τελευταία πριν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που ανέδειξε τις συνταγματικές διαστάσεις του θέματος, ήταν το 2009 από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλο. Ο κύριος λόγος της αποτυχίας ήταν ο φόβος των κομμάτων του δικομματισμού ότι η ψήφος των αποδήμων θα επηρέαζε το αποτέλεσμα εναντίον τους.

Το 2007, σε προσφυγή δυο Ελλήνων κατοίκων Γαλλίας εναντίον της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για άρνηση του εκλογικού της δικαιώματος, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είπε δημόσια ότι όλοι πίστευαν αλλά δεν αναγνώριζαν. Δεν υπάρχει δικαίωμα ψήφου γιατί διαμένουν στο εξωτερικό περίπου 3.700.000 ομογενείς, γύρω στις 1.850.000 στις ΗΠΑ και 558.000 στην Αυστραλία. Ο ομογενής τρίτης ή τέταρτης γενιάς δικαιούται να γίνει πολίτης και αυτόματα εγγράφεται στους εκλογικούς καταλόγους. Μια τέτοια de facto αύξηση του εκλογικού σώματος τρομοκρατούσε τα κόμματα και δεν δημιουργούσε την απαραίτητη ευρύτερη συναίνεση. Δεν ξέρω πως βγήκαν αυτοί οι αριθμοί πριν την κρίση που κατά την ΕΛΣΤΑΤ οδήγησε σε μετανάστευση άλλους 600,000.

Η συζήτηση για την επιστολική ψήφο των αποδήμων σπάνια ασχολείται με τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα. Η Δεξιά ελπίζει ότι η επέκταση της ψήφου αποτελεί ευκαιρία για να αυγατίσει την δεξαμενή των ψηφοφόρων τους. Δυστυχώς και η αντιπολίτευση δεν απέφυγε την παγίδα, δίνοντας την εντύπωση ότι λείπουν αξιακά θεμέλια αλλά και ικανά στελέχη. Δεν μπορεί να διαφωνεί η Αριστερά μόνο γιατί φοβάται ότι η Αστόρια και η Μελβούρνη θα ψηφίσουν τη Δεξιά αποτρέποντας «θεσμικά» μελλοντική νίκη. Η αριστερή άποψη πρέπει να στηρίζεται στη θεωρία της δημοκρατίας και την ιδεολογία της.

Πολιτειότητα και δημοκρατία

Το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων καθορίζεται από τον θεσμικό άξονα πολίτης/ομογενής. Το δικαίωμα αυτό είναι μόνο ένα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη ως μέλους τους λαού σε μια πολιτειακά συντεταγμένη κοινωνία. Πολιτικές και νομικές αποφάσεις καθορίζουν σε κάθε κράτος ποιος είναι πολίτης. Σε μας η ιδιότητα του πολίτη ονομάζεται ιθαγένεια ή υπηκοότητα. Ετυμολογικά ενδιαφέροντες αλλά προβληματικοί όροι. Ο ιθαγενής είναι ο αυτόχθονας, κάποιος που γεννήθηκε εδώ (ιθε) και ανήκει στο γένος. Ονομάζουμε ιθαγενείς, π.χ. τους αυτόχθονες τής Αμερικής και τής Αφρικής. Ο όρος δεν καλύπτει επομένως τους μη ομογενείς πολίτες. Ο υπήκοος, από την άλλη, είναι ο υπάκουος, κάποιος που ακούει και υπακούει τον νόμο και τους ανωτέρους. Αλλά στην δημοκρατία, ο πολίτης είναι αυτό-νομος, δίνει τον νόμο στον εαυτό του: άμεσα τον ηθικό νόμο, μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων το θετό κρατικό δίκαιο.

Η “εθνικότητα”, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται στο έθνος, τη φυλετική καταγωγή, το άτομο ως μέλος ενός γένους με όλα τα προβλήματα ορισμού του “έθνους”. Αυτές οι επιφανειακά λεξικολογικές αλλά βαθιά ιδεολογικές διαφοροποιήσεις κυριάρχησαν την συζήτηση για την Συμφωνία των Πρεσπών. Ο νομικός όρος “ιθαγένεια” που χρησιμοποιεί αναφέρεται στην πολιτική σχέση με το κράτος και προφανώς δεν αναγνωρίζει Μακεδονικό έθνος, μια που το ένα τρίτο των πολιτών της Βόρειας Μακεδονίας είναι εθνοτικά Αλβανοί. Τα εξηγήσαμε αυτά στον κ. Μητσοτάκη που παρά την γνώση της Αγγλικής δεν καταλάβαινε.

Σήμερα αναδεικνύεται μια άλλη εξ ίσου σημαντική διάσταση της ορολογίας. Ο δεσμός του πολίτη με το κράτος είναι πολιτικός, ανεξαρτήτως της καταγωγής. Του ομογενή είναι εθνοτικός. Ο Αντετοκούμπο είναι Έλληνας πολίτης, μέλος του Ελληνικού λαού αλλά όχι του έθνους. Ο Ange Postecoglou, προπονητής της Tottenham, είναι ομογενής από την Μελβούρνη. Δεν έχει ελληνική ιθαγένεια και είναι επομένως μέλος του Ελληνικού έθνους αλλά όχι του λαού. Η Αγγλική γλώσσα προτίμησε τον όρο citizenship, γιατί στην διάρκεια της αποικιοκρατίας άνθρωποι από τις αποικίες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα στην Βρετανία αλλά εθνοτικά ήταν Ινδοί ή Νιγηριανοί. Στις Η.Π.Α., οι πολίτες είναι μετανάστες από πολλές εθνότητες.

Έτσι διαχωρίστηκε η εθνοτική καταγωγή από την ιδιότητα του πολίτη. Τώρα όλες οι κοινωνίες μπήκαν, με δυσκολίες βέβαια, στην πολυπολιτισμική εποχή. Η ιδιότητα του πολίτη διαχωρίζεται από την εθνοτική καταγωγή και σταδιακά αναγνωρίζεται ως αποκλειστικά πολιτικός και νομικός δεσμός.

Η σύγχρονη σχολή των citizenship studies, μια από τις πιο σημαντικές στις κοινωνικές επιστήμες, βάζει στο κέντρο τις πολλαπλές ταυτότητες που συνυπάρχουν στους λαούς. Ο πολιτικός δεσμός, το citizenship, δημιουργείται με την ενεργή συμμετοχή στην κοινωνία και την πολιτική. Ο Έλληνας πολίτης είναι μέλος του λαού με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όσων από την γέννηση τους ή με εκούσια πράξη θέλουν να είναι νομικά και πολιτικά Έλληνες.

Ο ορθότερος όρος λοιπόν για το καθεστώς του πολίτη είναι “πολιτειότητα”. Ο όρος αποτελεί μετάφραση του citizenship , που έγινε αρχικά από τον Άγγελο Ελεφάντη. Το citizenship αποτελεί γλωσσικό αντιδάνειο, μια και το civitas, η ετυμολογική ρίζα του citizenship, είναι στα Λατινικά η πόλη. Μια μελλοντική μεταρρύθμιση πρέπει να μετονομάσει τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας σε Κώδικα Ελληνικής Πολιτειότητας.

Αν η βάσικη σχέση του πολίτη με το κράτος είναι πολιτικο-κοινωνική, ποια δικαιώματα και υποχρεώσεις συνιστούν το πολιτικό δεσμό; Η φιλελεύθερη άποψη δίνει έμφαση στον ιδιωτικό χώρο, στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου. Βασική πολιτική του δραστηριότητα αποτελεί το δικαίωμα της ψήφου που δεν είναι υποχρεωτικό. Η συμμετοχή των πολιτών τελειώνει στα λίγα δευτερόλεπτα που βάζουν τον σταυρό πίσω από την κουρτίνα του εκλογικού τμήματος. Μετά αποχωρούν από την πολιτική και οι βουλευτές αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους.

Όπως έλεγε ο Γάλλος φιλελεύθερος Benjamin Constant, ο πολίτης επιθυμεί «την ασφάλεια στις ιδιωτικές του απολαύσεις» ενώ δουλειά της πολιτικής είναι να εγγυάται την “ήρεμη απόλαυση του πλούτου.” Πρόκειται για μια “light” άποψη της πολιτικής – ατομική ιδιοκτησία και εκλογές. Αυτή η δημοκρατία μπορεί να γίνει εύκολα “ανελεύθερη” όπως κάνουν ο Όρμπαν, ο Ερντογάν ή ο Πούτιν. Η δημοκρατία αποπολιτικοποιείται, η ιδιότητα του πολίτη έχει μόνο τυπικό χαρακτήρα.

Αντίθετα η κλασική δημοκρατία, το κράτος του δήμου, είναι συμμετοχική και διαβουλευτική. Οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στα κοινά: στα κόμματα, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, σε σύλλογους, σωματεία και ενώσεις αλλά και σε άτυπες συλλογικότητες κοινωνικού, πολιτικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα. Τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα συμπληρώνουν τα ατομικά και η άμεση μορφή δημοκρατίας δίνει στους πολίτες την δυνατότητα να παίρνουν στα χέρια τους την ζωή τους. Ο πολίτης έχει συνείδηση του εαυτού του ως μέλους μιας ζωντανής αυτοδιοικούμενης κοινότητας με κοινή δημοκρατική κουλτούρα, η οποία συνεπάγεται υποχρεώσεις, ευθύνες και δικαιώματα.

Κανονιστικά θεμέλια της ψήφου των αποδήμων

Οι δύο άξονες ιθαγενής/πολίτης και πολιτική εκπροσώπηση/δημοκρατική συμμετοχή αποτελούν τα εναλλακτικά αξιακά θεμέλια για το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων. Στην μία άκρη, όσοι έχουν Ελληνική καταγωγή ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή την χρονική απόσταση από τον Έλληνα πρόγονο δικαιούνται να γίνουν πολίτες. Ο νόμος επιτρέπει την απόκτηση ιθαγένειας σε όσους αποδεικνύουν ακόμη και μακρινή γενεαλογική σχέση με το έθνος. Οι απανταχού της γης ομογενείς είναι εν δυνάμει Έλληνες πολίτες.

Πρόκειται για μια μεταφυσική ιστορικότητα και την ωφελιμιστική πλευρά της: η ύπαρξη και συνέχεια του έθνους εκφράζεται από τον αρχαίο δεσμό του αίματος που δεν χαλαρώνει ποτέ. Επί πλέον, η απόδοση ιθαγένειας ενισχύει την επιβίωση του έθνους σε χαλεπούς οικονομικά και δημογραφικά καιρούς. Τα πολιτικά δικαιώματα υποβιβάζονται έτσι από βασικό τρόπο οργάνωσης της συλλογικότητας σε ρόλο υποστήριξης μιας συντηρητικής άποψης της εθνικής συνείδησης. Η καθολική ψήφος των απανταχού οιονεί Ελλήνων αποτελεί μια ακόμη ψηφίδα στην αποπολιτικοποίηση της δημοκρατίας.

Αν περάσουμε από την μεταφυσική στην πολιτική πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής στις εκλογές. Στην μία άκρη, το Ισραήλ και η Ιρλανδία, δύο κράτη με μεγάλη διασπορά όπως και η Ελλάδα, δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα. Έτσι αποφεύγεται η αλλοίωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας από τον μεγάλο αλλά άγνωστο αριθμό ομογενών αλλά δίνεται και η κανονιστικά συνεπής απάντηση. Η πολιτειότητα απαιτεί ενεργή συμμετοχή στην ζωή της χώρας. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως είναι η συμμετοχή στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτό είναι το βασικό μέλημα των επιτροπών πολιτογράφησης μεταναστών σε όλη την Ευρώπη και την Ελλάδα πριν αποδώσουν την ιθαγένεια. Οι ομογενείς δεν έχουν τέτοια συμμετοχή.

Εφ’ όσον αναγνωρίζεται κάποιας μορφής συμμετοχή, το ερώτημα και οι αντιρρήσεις αλλάζουν. Οι ομογενείς δεν ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της χώρας, δεν ασχολούνται με την πολιτική της, δεν υφίστανται άμεσα τις συνέπειες της ψήφου του. Η μαζική συμμετοχή τους στις εκλογές θα μπορούσε να ανατρέψει την θέληση των κατοίκων που θα υποστούν τα αποτελέσματα της εκλογής. Συνεπώς το δικαίωμα ψήφου πρέπει να περιορίζεται σε όσους έχουν ζωτικό δεσμό με την χώρα. Αυτός εξασφαλίζεται από τυπικές, χρονικές και ποιοτικές προϋποθέσεις.

Πρώτον, οι ομογενείς πρέπει να έχουν εγγραφεί σε εκλογικούς καταλόγους. Στην Ελλάδα όσοι έχουν ή πάρουν ιθαγένεια γράφονται αμέσως. Η ψηφοφορία εξ αποστάσεως μπορεί να γίνεται αυτοπροσώπως σε πρεσβείες, επιστολικά ή μεσω αντιπροσώπου. Τέλος κάποια κράτη έχουν ως προϋπόθεση της ψήφου την προσωρινή μόνο απουσία από την χώρα. Το Ηνωμένο Βασίλειο απαιτεί την διαμονή στη χώρα και εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους την τελευταία δεκαπενταετία. Για την Γερμανία, οι απόδημοι πρέπει να να μην έχουν απουσιάσει για περισσότερο από 25 χρόνια και να έχουν διαμείνει στη Γερμανία για τρεις συνεχόμενους μήνες. Άλλοι τρόποι διαπίστωσης του δεσμού αναφέρονται στην ύπαρξη οικονομικών σχέσεων με το κράτος. Εδώ ανήκει και η ύπαρξη ΑΦΜ.

Γιατί όμως μια οικονομική σχέση με τις κρατικές αρχές να δίνει το δικαίωμα ψήφου; Η ψήφος είναι μέρος μόνο της πολιτειότητας, ο δεσμός του πολίτη με το κράτος πρέπει να είναι πολιτικός. Η προσθήκη του ΑΦΜ εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος από την περιουσιακή κατάσταση επιστρέφοντας στον 19ο αιώνα όταν μόνο οι ιδιοκτήτες περιουσίας είχαν το δικαίωμα ψήφου.

Τέλος έχουμε τις περιπτώσεις της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες προβλέπουν το δικαίωμα εκπροσώπησης των εκτός Επικρατείας είτε μέσω προκαθορισμένου αριθμού βουλευτών που εκλέγονται από τους αποδήμους η/και ειδικών εκλογικών περιφερειών (Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη κλπ). Έτσι στη Γαλλία εκλέγονται 12 Γερουσιαστές από τους ομογενείς, στην Ιταλία 12 Βουλευτές και 4 Γερουσιαστές, στην Πορτογαλία 4 βουλευτές.

Παρ’ ότι οι απόδημοι είναι μερικά μόνο πολιτικά ενεργοί στην χώρα έχουν συμφέροντα, ανάγκες και γνώμη για τη πατρίδα. Επομένως συμμετέχουν σε διαφορετική από τους κατοίκους συλλογικότητα που αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα τους και την ειδική σχέση που έχουν και με την Ελλάδα και με την χώρα παραμονής τους. Οι εκπρόσωποι είναι βουλευτές με πλήρη δικαιώματα αλλά και εκφραστές της απόδημης ιδιαιτερότητας. Στις Ιταλικές εκλογές του 2006, οι τέσσερις γερουσιαστές από την Αυστραλία έδωσαν την πλειοψηφία στον Πρόντι για να φτιάξει κυβέρνηση.

Σε τι οδηγούν αυτές οι αρχές; Εφ’ όσον αναγνωριστεί, όπως έγινε, κάποια μορφή εκλογικής συμμετοχής στις εκλογές, το ερώτημα αλλάζει. Οι ομογενείς δεν υφίστανται άμεσα τις συνέπειες της ψήφου τους. Η μαζική συμμετοχή θα μπορούσε να ανατρέψει τη θέληση των κατοίκων που θα υποστούν τα αποτελέσματα της εκλογής. Όπως λέγεται, η κάτοικος του Μανχάταν ούτε ξέρει ούτε ενδιαφέρεται για τα προβλήματα του Περάματος στα αποτελέσματα των οποίων καταμετράται η ψήφος της. Το δικαίωμα ψήφου πρέπει να περιορίζεται επομένως σε όσους έχουν έστω και περιορισμένο δεσμό με την χώρα που εξασφαλίζεται από τυπικές, χρονικές και ποιοτικές προϋποθέσεις. Ας δούμε τις πιο σημαντικές.

Πρέπει επομένως να έχουν εγγραφεί σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους Επικρατείας ή μεγάλων περιοχών από τους οποίους εκλέγονται βουλευτές. Πρέπει οι ψήφοι τους να συνυπολογίζονται στο τελικό αποτέλεσμα; Η αξιακή θεμελίωση δεν δίνει σαφή απάντηση. Εφ’ όσον αναγνωρίζεται ο περιορισμένος δεσμός τους με τον λαό, ο συνυπολογισμός αποκλείεται αν οδηγεί στην ριζική αλλαγή του εγχώριου αποτελέσματος. Οι προϋποθέσεις της σχετικά μικρής απουσίας από την χώρα (είκοσι χρόνια είναι ένα λογικό όριο) ή η μεγάλη παραμονή στην τελευταία τριανταετία (π.χ έξι μηνών) περιορίζουν τον κίνδυνο. Σ’ αυτές μπορούν να προστεθούν και άλλες μορφές κοινωνικής και πολιτικής συμμετοχής στην ζωή της χώρας: η υπεράσπιση και προώθηση εθνικών υποθέσεων στην χώρα που ζουν ή η ενασχόληση και προώθηση τοπικά και στην Ελλάδα θεμάτων που απασχολούν την ομογένεια .

Η δημοκρατία ως συμμετοχή επιβάλλει κατ’ αρχάς την αυτοπρόσωπη και όχι επιστολική ψήφο σε πρεσβείες ή άλλα εκλογικά κέντρα του εξωτερικού ως μικρή αναγνώριση της ανάγκης φυσικής παρουσίας. Υπάρχουν εύλογες εξαιρέσεις αν επιτρέπεται με την επιστολική ψήφο η συμμετοχή πολιτών που δικαιούνται να ψηφίσουν αλλά αδυνατούν να μεταβούν στο εκλογικό κέντρο. Η αντιπολίτευση έχει εστιαστεί την κριτική στον αιφνιδιασμό της κυβέρνησης που απρόσμενα επέκτεινε το δικαίωμα από τις Ευρωεκλογές στις εθνικές εκλογές. Είναι γνωστή η μικροπολιτική της κυβέρνησης και δεν αποτελεί η «έκπληξη» πρωτοτυπία.

Δεύτερο, η αντιπολίτευση τονίζει τα προβλήματα με την μυστικότητα και την ακεραιότητα εκλογών με επιστολική ψήφο. Υπάρχουν σοβαρά θέματα βέβαια και έχουν υπάρξει στο παρελθόν περιορισμένες καταγγελίες νόθευσης εκλογών στο εξωτερικό. Αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με την χρήση της τεχνολογίας. Τι μας λένε εδώ οι διεθνείς πρακτικές; Μόνο 60 χώρες έχουν θεσπίσει την επιστολική ψήφο γενικώς, ενώ για όσους ψηφίζουν στην επικράτεια επιστολική ψήφο υπάρχει μόνο σε 33 χώρες που την επιτρέπουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες όπως ασθενείς, ηλικιωμένοι, συγκεκριμένα επαγγέλματα κ.λπ. Νομίζω ότι σ’ αυτές τις κατηγορίες βρίσκουμε την απάντηση. Πρέπει να συμφωνήσουμε για τις συνθήκες που κάνουν την φυσική ψηφοφορία αδύνατη. Όσοι απόδημοι πληρούν τα κριτήρια για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος μπορούν να έχουν και επιστολική ψήφο αν είναι μέλη αυτών των κατηγοριών. Αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και στους εκλογείς εντός της επικράτειας.

Η συζήτηση για την ψήφο των αποδήμων και την επιστολική ψήφο δείχνει τις ριζικά διαφορετικές απόψεις για την πολιτική. Για την Αριστερά, οι περιορισμοί και προϋποθέσεις επιβάλλονται από τις πίστεις της για την δημοκρατία και τον ρόλο του πολίτη. Όπως και σε κάθε πολιτειακή συζήτηση, το διακύβευμα είναι το μέλλον της Ελλάδας του 21ου αιώνα. Και γι αυτό απατείται γνώση σοβαρότητα και συζήτηση.

QOSHE - Η ψήφος των αποδήμων, η επιστολική ψήφος και η δημοκρατία - Κώστας Δουζίνας
menu_open
Columnists Actual . Favourites . Archive
We use cookies to provide some features and experiences in QOSHE

More information  .  Close
Aa Aa Aa
- A +

Η ψήφος των αποδήμων, η επιστολική ψήφος και η δημοκρατία

8 0
24.01.2024

Στα σαράντα πέντε χρόνια που έζησα στο Λονδίνο δεν έχασα εκλογές στην Ελλάδα. Ερχόμουνα κάθε φορά, πήγαινα στις τελευταίες προεκλογικές συγκεντρώσεις και ψήφιζα στον Πειραιά. Παραπονιόμαστε μόνιμα οι απόδημοι γιατί δεν μπορούμε να ψηφίζουμε στον τόπο κατοικίας μας ή επιστολικά όπως οι Βρετανοί. Είναι δίκαιο αίτημα. Τώρα ήρθε η ώρα. Γιατί υπάρχουν διαφωνίες με το σχέδιο της κυβέρνησης;

Μετά την μεταπολίτευση έγιναν πέντε αποτυχημένες πρωτοβουλίες για ψήφιση νόμου που θα έδινε το δικαίωμα ψήφου στους αποδήμους,. Η τελευταία πριν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που ανέδειξε τις συνταγματικές διαστάσεις του θέματος, ήταν το 2009 από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλο. Ο κύριος λόγος της αποτυχίας ήταν ο φόβος των κομμάτων του δικομματισμού ότι η ψήφος των αποδήμων θα επηρέαζε το αποτέλεσμα εναντίον τους.

Το 2007, σε προσφυγή δυο Ελλήνων κατοίκων Γαλλίας εναντίον της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για άρνηση του εκλογικού της δικαιώματος, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είπε δημόσια ότι όλοι πίστευαν αλλά δεν αναγνώριζαν. Δεν υπάρχει δικαίωμα ψήφου γιατί διαμένουν στο εξωτερικό περίπου 3.700.000 ομογενείς, γύρω στις 1.850.000 στις ΗΠΑ και 558.000 στην Αυστραλία. Ο ομογενής τρίτης ή τέταρτης γενιάς δικαιούται να γίνει πολίτης και αυτόματα εγγράφεται στους εκλογικούς καταλόγους. Μια τέτοια de facto αύξηση του εκλογικού σώματος τρομοκρατούσε τα κόμματα και δεν δημιουργούσε την απαραίτητη ευρύτερη συναίνεση. Δεν ξέρω πως βγήκαν αυτοί οι αριθμοί πριν την κρίση που κατά την ΕΛΣΤΑΤ οδήγησε σε μετανάστευση άλλους 600,000.

Η συζήτηση για την επιστολική ψήφο των αποδήμων σπάνια ασχολείται με τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα. Η Δεξιά ελπίζει ότι η επέκταση της ψήφου αποτελεί ευκαιρία για να αυγατίσει την δεξαμενή των ψηφοφόρων τους. Δυστυχώς και η αντιπολίτευση δεν απέφυγε την παγίδα, δίνοντας την εντύπωση ότι λείπουν αξιακά θεμέλια αλλά και ικανά στελέχη. Δεν μπορεί να διαφωνεί η Αριστερά μόνο γιατί φοβάται ότι η Αστόρια και η Μελβούρνη θα ψηφίσουν τη Δεξιά αποτρέποντας «θεσμικά» μελλοντική νίκη. Η αριστερή άποψη πρέπει να στηρίζεται στη θεωρία της δημοκρατίας και την ιδεολογία της.

Πολιτειότητα και δημοκρατία

Το δικαίωμα ψήφου των αποδήμων καθορίζεται από τον θεσμικό άξονα πολίτης/ομογενής. Το δικαίωμα αυτό είναι μόνο ένα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη ως μέλους τους λαού σε μια πολιτειακά συντεταγμένη κοινωνία. Πολιτικές και νομικές αποφάσεις καθορίζουν σε κάθε κράτος ποιος είναι πολίτης. Σε μας η ιδιότητα του πολίτη ονομάζεται ιθαγένεια ή υπηκοότητα. Ετυμολογικά ενδιαφέροντες αλλά προβληματικοί όροι. Ο ιθαγενής είναι ο αυτόχθονας, κάποιος που γεννήθηκε εδώ (ιθε) και ανήκει στο γένος. Ονομάζουμε ιθαγενείς, π.χ. τους αυτόχθονες τής Αμερικής και τής Αφρικής. Ο όρος δεν καλύπτει επομένως τους μη ομογενείς πολίτες. Ο υπήκοος, από την άλλη, είναι ο υπάκουος, κάποιος που ακούει και υπακούει τον νόμο και τους ανωτέρους. Αλλά στην δημοκρατία, ο πολίτης είναι αυτό-νομος, δίνει τον νόμο στον εαυτό του: άμεσα τον ηθικό νόμο, μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων το θετό κρατικό δίκαιο.

Η “εθνικότητα”, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται στο έθνος, τη φυλετική καταγωγή, το άτομο ως μέλος ενός γένους με όλα τα προβλήματα ορισμού του “έθνους”. Αυτές οι επιφανειακά λεξικολογικές αλλά βαθιά ιδεολογικές διαφοροποιήσεις κυριάρχησαν την συζήτηση για την Συμφωνία των Πρεσπών. Ο νομικός όρος “ιθαγένεια” που χρησιμοποιεί αναφέρεται στην πολιτική σχέση με το κράτος και προφανώς δεν αναγνωρίζει Μακεδονικό έθνος, μια που το ένα τρίτο των πολιτών της Βόρειας Μακεδονίας είναι εθνοτικά Αλβανοί. Τα εξηγήσαμε αυτά στον κ. Μητσοτάκη που παρά την γνώση της Αγγλικής δεν καταλάβαινε.

Σήμερα αναδεικνύεται μια άλλη εξ ίσου σημαντική διάσταση της ορολογίας. Ο δεσμός του πολίτη με το........

© TVXS


Get it on Google Play