Ωδή, ωδή στον Κώστα Βαρναλή! |
Ο Θεός μας έσωσε! Ο Θεός μας έσωσε! Δεν το ξαναλέω, γιατί βαρέθηκα ήδη, αλλά για να μη μου πείτε ότι δεν το είπα, θα το ξαναπώ: Ο Θεός μας έσωσε! Που τον Ιούλιο του 2019 εξελέγη ένας σοβαρός πρωθυπουργός. Τάδε έφη ο Αδωνις, ακριβώς τάδε έφη όμως.
Στα νέα ελληνικά τα έφη, παρότι τρέφει θερμή λατρεία (για γνώση δεν) για τ’ αρχαία. Βέβαια, δεν τα γκάριζαν οι αρχαίοι τα αρχαία, αλλά το ότι λες πως αγαπάς κάτι σφόδρα, δεν σημαίνει πως του μοιάζεις κιόλα. Οχι, δεν μοιάζει στους αρχαίους όσες χλαμύδες κι αν φορέσει, όσες προσθετικές κι αν κάνει ο εν λόγω. Μήτε στους νέους μοιάζει, εδώ που τα λέμε. Μόνο σε κάποιους πολύ, πολύ πολύ μακρινούς προγόνους του ανθρώπινου είδους, εκεί κάπως βλέπω μια προσομοίωση, παρομοίωση, και αλλοίωση μη σου πω.
Προχθές ο εν λόγω είπε πως προτίθεται να κινηθεί νομικά εναντίον του Λάκη Λαζόπουλου, επειδή τον σατίρισε στην εκπομπή του. Ελαφρολαϊκά, μη φανταστείς - πάνε οι εποχές του Τζιμάκου του Πανούση και της Μαλβίνας. Αλλά έστω και αυτό, δεν του άρεσε του κανακάρη μας. Κάπου τον καταλαβαίνω. Βλέπεις, τόσο για να κάνεις καλή σάτιρα, όσο και για να τη δεχθείς, απαιτούνται δύο απολύτως απαραίτητα συστατικά: να κάνεις καλή σάτιρα και να μπορείς να τη δεχθείς. Να έχεις δηλαδή την ευφυΐα (πνευματική και συναισθηματική) και τη γενναιότητα.
Γιατί γενναιότητα είναι και όχι θρασύτητα. Παίρνεις ρίσκο αφού. Εδώ άλλοι κι άλλοι μείνανε στην ανυπαρξία, επειδή «άγγιξαν» σκωπτικά κάτι που δεν. Να, πάρε τον Βάρναλη για παράδειγμα. Που δεν έφτανε που ήταν δημοτικιστής, ήταν και φιλομαρξιστής, καθώς τα προτάγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης τον είχαν επηρεάσει βαθιά, και πίστευε (ώς το τέλος της ζωής του, όχι πριν προλάβει να γεμίσει το φεγγάρι, όπως μερικοί μερικοί εν λόγω) πως η ποίηση πρέπει να αποκαλύπτει την κοινωνική αδικία και η τέχνη να παίρνει θέση. Πίστευε όμως και κάτι άλλο, ακόμα πιο επικίνδυνο: πως ο λαός συχνά συμβάλλει στην ίδια του την καταπίεση.
Το φαντάζεσαι να βγει κάποιος σήμερα, ο όποιος κάποιος, και να πει στον ελληνικό λαό, σε αυτόν, τον σημερινό, αυτόν που ψηφίζει ξανά και ξανά και ξανά Μητσοτάρχα και Αδωνι, που ανέχεται και με τα τέσσερα ποδάρια σκάνδαλα επί σκανδάλων (αν δεν αποτελεί αμιγώς κομμάτι τους) και που περιμένει τον Μεσσία Κωνσταντοπούλου ή Καρυστιανού ή Βελόπουλο, σε αυτή την «πολεμόχαρη φυλή» μας (α ρε κατακαημένη Μαλβίνα, πόσο μπροστά έβλεπες), να βγει και να πει πως φταίει το ξερό της το κεφάλι για τα όσα της συμβαίνουν; Το φαντάζεσαι;
Ε, ο Βάρναλης το έκαμε. Με ποίηση το έκανε. Τα ’πε και τους τα ’πε: «Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισές (απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα) όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές» γράφει, περιγράφοντας μια παρέα φίλων, ο ένας πιο άτυχος και κατατρεγμένος απ’ τον άλλον, που ψάχνουν να βρουν τον φταίχτη για την καντήφλα τους: «Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!» λέει ο ένας. «Φταίει ο Θεός που μας μισεί!» ο άλλος. «Φταίει το κεφάλι το κακό μας!/Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!/Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα». Και συνεχίζει, αδίστακτος: «Ετσι στη σκοτεινή ταβέρνα, πίνουμε πάντα μας σκυφτοί. Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί. Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!».
Ολα τα ’πε ο άτιμος και μάλιστα το 1922. Μες στην αντάρα και την κατάρα! Κι έρχεται η άλλη σήμερα, 100 χρόνια μετά, και μου λέει σαν πήρα τηλέφωνο τον ΔΕΔΔΗΕ, να μάθω πότε θα επανέλθει το ρεύμα, που έπεφτε κι ερχόταν και είχαν γίνει τάσεις και νεύρα ντισκομπάλα: «Μένετε κοντά στην οδό Κ. Βαρναλή;». «Βάρναλη τον λένε!» απαντώ. «Ο ποιητής. Ξέρετε... “Το φως που καίει”. Θα κάψει τελικά ή θα καεί ο υπολογιστής;». «Δεν θέλω μαθήματα!» ανταπαντά. «Εσείς, Ραλλή λέγεστε;». Ε δεν άντεξα: «Ραλί και τρισραλί λέγομαι, και στο κατσαρό μου το μαλλί, κάθεται ψείρα και λαλεί, στίχους του Κώστα Βαρναλή!».