Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

«Ο αγωγιάτης μας ανακοίνωσε τη χαρμόσυνη είδηση ότι σε λίγο θα φθάναμε στον Άγιο Νικόλαο. Πράγματι, εκεί βρήκαμε κατάλυμα στην αποθήκη του φίλου του Σφακιανάκη, που ήταν και στεγασμένη. Αυτό ήταν στην κυριολεξία το μόνο που διέθετε ο τεράστιος χώρος της [...].

Σε όλη μου τη ζωή έως τότε, δεν είχα δει πιο αυθεντικό θέαμα: Φτωχοί μεροκαματιάρηδες που μετά από σκληρή εργασία έτρωγαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους το λιτό τους βραδινό γεύμα από ελιές και μαύρο ψωμί. Μαυρισμένοι από τον ήλιο ψαράδες, βοσκοί σαν βγαλμένοι από τον κόσμο του Ομήρου. Ιδρωμένοι χαμάληδες, κρητικοί που έπαιζαν ντόμινο προσηλωμένοι στο παιχνίδι τους. Τούρκοι στρατιώτες που μέσα σε βαριά σιωπή ψυχαγωγούνταν παίζοντας χαρτιά. Ένας πανύψηλος βεδουίνος που καθισμένος οκλαδόν κυνηγούσε σε μια γωνιά ένα ζώο απροσδιόριστης ταυτότητας. Μια νέγρα ντυμένη με κουρέλια που θήλαζε τα γυμνά κατάμαυρα δίδυμα μωρά της. Κοντά σ' όλα αυτά ένα τεράστιο τραπέζι ξυλουργείου, όπου διάφοροι τραγουδούσαν, συζητούσαν και μαλώνανε [...]

Δυστυχώς δεν διέθετα το χάρισμα ενός ζωγράφου για να μεταφέρω σε ενδιαφέρουσες εικόνες τις χαρακτηριστικές εκείνες ομάδες ανθρώπων, σκόρπιες εδώ κι εκεί κάτω από το λιγοστό φως της αποθήκης [...] Ο φυσικός κόλπος που σχηματίζεται από δύο νησιά της ίδιας ονομασίας είναι σήμερα, όπως και στην εποχή των Βενετών, το επίνειο της Κριτσάς και εμπορείο της επαρχίας».

Αυτά αφηγείται η Γερμανίδα βαρόνη Marie Espérance von Schwartz (Ελπίς Μέλαινα) στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις της, όταν πέρασε από τον Άγιο Νικόλαο, ένα μικρό χωριουδάκι τότε, το 1869.

Για την επόμενη τριακονταετία από τότε, η θέση του παραλιακού χωριού θα αναβαθμιζόταν συνεχώς. Παρά την απαγόρευση των Οθωμανών για εξαγωγικό εμπόριο από την περιοχή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, η γειτνίασή του με τη θάλασσα και με το ακμάζον οθωμανικό φρούριο της Σπιναλόγκας ήταν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του, παρά την ταραγμένη εποχή. Ήδη από το καλοκαίρι του 1866, μετά από 1,5 σχεδόν αιώνα τυπικού αποκλεισμού, ο Άγιος Νικόλαος θα ανακηρύσσονταν «ελεύθερος εις το εμπόριον λιμήν» μαζί με τα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο και τη Σπιναλόγκα. Κάθε είδους μπάρκα, γολέτες, μπρικαντίνια, σακολέβες, προσέγγιζαν το υποτυπώδες λιμάνι για να μεταφέρουν τα προϊόντα σε άλλα λιμάνια του Αιγαίου και της Μεσογείου. Λάδι, χαρούπια, αμυγδαλόψυχα, ελαιοπυρήνα, ακονόπετρες, σαπούνια, τυρί, κίτρα, αλάτι, δέρματα ήταν τα κυρίαρχα προϊόντα που υπήρχαν τον περισσότερο καιρό στην αποβάθρα.

Μετέπειτα, λόγοι απόστασης της Νεάπολης από τη θάλασσα, έκαναν το Γενικό Διοικητή Λασιθίου Κώστα Αξελό από το 1896 να μεταφέρει την έδρα της Διοίκησης στο παραλιακό ακμάζον χωριό. Η άφιξη των Γάλλων τον επόμενο χρόνο ως επιτηρητών στο νομό, βρίσκουν μια δυναμική παράλια κοινωνία που ζει έντονα με το αλυτρωτικό όνειρο των υπόλοιπων ομοεθνών Κρητών. Οι Γάλλοι ναύτες και αξιωματικοί που συχνά έβγαιναν στη στεριά από τα πολεμικά πλοία που άραζαν αρόδου, σε πολλές περιπτώσεις αποτύπωναν με ημερολογιακά κείμενα αυτή την κρητική κοινωνία. Είναι γνωστά τα κρητικά ημερολόγια του Émile-Honoré Destelle.

Εκτός όμως από τα ημερολόγια, υπάρχουν άγνωστες μέχρι σήμερα λήψεις που αποτυπώνουν σε αυθεντικά ενσταντανέ αυτή την κοινωνία. Δεκάδες γυάλινες φωτογραφικές πλάκες αποτυπώνουν πολλές περιοχές της Κρήτης, με φωτογράφους σχετικά άγνωστους αξιωματικούς του Γαλλικού ναυτικού, φωτίζοντας ακόμη περισσότερο την Κρητική ιστορία.

Αν η τέχνη της φωτογραφίας ήταν τόσο παλιά όσο και η τέχνη του Λόγου, σίγουρα η Ιστορία δεν θα είχε ανάγκη από πολλαπλές ερμηνείες και κυρίως από αμφισβητήσεις.

Αναμφίβολα, εκεί προς την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, η φωτογραφική τέχνη μέσα από τις γυάλινες φωτογραφικές πλάκες, διατηρούσε ακόμη τη γοητεία της ως φρέσκια ανακάλυψη του Ανθρώπου. Έτσι αυτοί οι ξένοι (δεν μιλάμε φυσικά για τους γηγενείς Κρήτες) που ερχόντουσαν με κρατικές-πολεμικές αποστολές αποτύπωναν είτε από υπηρεσιακό καθήκον, είτε από προσωπικό γούστο τα μέρη που επισκέπτονταν.

Ένας τέτοιος, εκτός από τους γνωστούς μέχρι σήμερα Γάλλους αξιωματικούς που υπηρέτησαν τότε στην περιοχή του Μεραμπέλλου, μια και ο νομός Λασιθίου ήταν κάτω από τον έλεγχο των Γάλλων, ήταν ο Émile de Lacoste (1864-1950) εγγονός του Ιωσήφ Βοναπάρτη, βασιλιά της Νάπολης, της Σικελίας, της Ρώμης και αργότερα της Ισπανίας.

Ο Émile de Lacoste ακολουθώντας τη στρατιωτική καριέρα από τα νιάτα του, υπηρέτησε για πρώτη φορά στις γαλλικές ναυτικές δυνάμεις της Άπω Ανατολής. Εξελίχθηκε διαδοχικά στους βαθμούς του Γαλλικού Ναυτικού υπηρετώντας στα γαλλικά θωρηκτά Le Redoutable και Le Neptune και στα καταδρομικά le Bouclier και Le Bugeaud που ναυλοχούσαν στα νερά της Κρήτης.

Σήμερα 125 χρόνια μετά, άλμπουμ με δεκάδες φωτογραφίες τραβηγμένες από αυτόν τον Γάλλο αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού, μαζί με άλλες άγνωστες καταγραφές που αφορούν σε ολόκληρη την Κρήτη εκείνης της συγκλονιστικής εποχής, βρίσκονται στους δαιδαλώδης διαδρόμους των αρχείων στο ιστορικό συγκρότημα του καστροπαλατιού της Βενσέν στο Παρίσι, (Service Historique de la Défense) που αποτελεί την καρδιά της μνήμης του Γαλλικού Έθνους. Εκεί όλα αυτά τα άγνωστα μέχρι σήμερα αρχεία, όπως και το τεράστιο άγνωστο επίσης σύγγραμμα του Capitaine Cazenove “Historique De L’ Occupation Internationale De La Crete” φωτίζουν με άγνωστες λεπτομέρειες εκείνη την περίοδο της ιστορίας της μεγαλονήσου.

Οι επόμενες έξι φωτογραφίες, άγνωστες μέχρι σήμερα που δημοσιεύονται, αφορούν στον Άγιο Νικόλαο και είναι μόνον λίγες από τις δεκάδες που έχει τραβήξει ο Émile de Lacoste από ολόκληρη την Κρήτη. Οι άγνωστες φωτογραφίες του Émile de Lacoste είχαν εντοπιστεί το 2018 από τον φιλέλληνα Maurice Born και μαζί με άλλα ανέκδοτα στην Ελλάδα κείμενα που αφορούν τη Γαλλική παρουσία στην Κρήτη 1897-1909 έχουν βελτιωθεί και επεξεργαστεί από τον επίσης Γάλλο φιλέλληνα Jean-Pierre Destelle.

Σχετικά:

Κρητικά ημερολόγια Destelle: “Ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν”

Ο τουρκικός στρατός εγκαταλείπει την Ιεράπετρα

Μνημειακή θολωτή δεξαμενή με περιμετρικό κυκλικό καλντερίμι, πιθανόν της βενετσιάνικης περιόδου, που βρισκόταν από τη ΝΑ πλευρά του αυλακιού της λίμνης, επί της σημερινής οδού Μιχ. Σφακιανάκη προς Κιτροπλατεία.

Η σημερινή οδός 5ης Μεραρχίας (κάθοδος από την κεντρική πλατεία).

Ο Γάλλος αξιωματικός αποτυπώνει μια συνηθισμένη ημερήσια κίνηση μπροστά από το γνώριμο ιστορικό καφενείο «Ελλάς» (σημερινό Piazza Café) στην κεντρική πλατεία, στην αρχή της Ρούσου Κουνδούρου. Στο βάθος οι Άγιοι Πάντες και το αραγμένο γαλλικό πολεμικό πλοίο "Bugeaud".

Ένας ένοπλος καβαλάρης επιδεικνύει με καμάρι το όπλο του και δυο ντόπιοι κοιτάζουν τον Γάλλο αξιωματικό που τους φωτογραφίζει μπροστά από το γνώριμο παλιό ιστορικό καφενείο «Ελλάς» (σημερινό Piazza Café) στην κεντρική πλατεία, στην αρχή της σημερινής Ρούσου Κουνδούρου. Στο βάθος οι νησίδες Άγιοι Πάντες και η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου.

Έντονη κινητικότητα από τους ντόπιους κατοίκους στο πιο κεντρικό σημείο του Αγ. Νικολάου. Η σημερινή κεντρική οδός Ρούσου Κουνδούρου από το ύψος της Κων/νου Σφακιανάκη. Στο βάθος αριστερά διακρίνεται ο ναός του Αγ. Γεωργίου. Επίσης στο βάθος το Γαλλικό πολεμικό πλοίο "Bugeaud" «σε επιφυλακή μπροστά από το χωριό Άγιος Νικόλαος (κεντρικός δρόμος) το μόνο χωριό στην ακτή που εξακολουθεί να φέρει την ελληνική σημαία» σημειώνει ο γαλλικός υπότιτλος.

Ο παπάς του χωριού πάνω στο μουλάρι του σε στάση περισυλλογής, ενώ τον παρακολουθεί μια ομάδα ντόπιων Αγιονικολαϊτών, μπροστά από την πλατεία της θολωτής υδατοδεξαμενής στην περιοχή της Κιτροπλατείας.



QOSHE - Γαλλικές φωτογραφικές μνήμες από τον Άγ. Νικόλαο του 1897 - Κωστής Μαυρικάκης
We use cookies to provide some features and experiences in QOSHE

More information  .  Close
Aa Aa Aa
- A +

Γαλλικές φωτογραφικές μνήμες από τον Άγ. Νικόλαο του 1897

4 2 4
30.10.2022

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

«Ο αγωγιάτης μας ανακοίνωσε τη χαρμόσυνη είδηση ότι σε λίγο θα φθάναμε στον Άγιο Νικόλαο. Πράγματι, εκεί βρήκαμε κατάλυμα στην αποθήκη του φίλου του Σφακιανάκη, που ήταν και στεγασμένη. Αυτό ήταν στην κυριολεξία το μόνο που διέθετε ο τεράστιος χώρος της [...].

Σε όλη μου τη ζωή έως τότε, δεν είχα δει πιο αυθεντικό θέαμα: Φτωχοί μεροκαματιάρηδες που μετά από σκληρή εργασία έτρωγαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους το λιτό τους βραδινό γεύμα από ελιές και μαύρο ψωμί. Μαυρισμένοι από τον ήλιο ψαράδες, βοσκοί σαν βγαλμένοι από τον κόσμο του Ομήρου. Ιδρωμένοι χαμάληδες, κρητικοί που έπαιζαν ντόμινο προσηλωμένοι στο παιχνίδι τους. Τούρκοι στρατιώτες που μέσα σε βαριά σιωπή ψυχαγωγούνταν παίζοντας χαρτιά. Ένας πανύψηλος βεδουίνος που καθισμένος οκλαδόν κυνηγούσε σε μια γωνιά ένα ζώο απροσδιόριστης ταυτότητας. Μια νέγρα ντυμένη με κουρέλια που θήλαζε τα γυμνά κατάμαυρα δίδυμα μωρά της. Κοντά σ' όλα αυτά ένα τεράστιο τραπέζι ξυλουργείου, όπου διάφοροι τραγουδούσαν, συζητούσαν και μαλώνανε [...]

Δυστυχώς δεν διέθετα το χάρισμα ενός ζωγράφου για να μεταφέρω σε ενδιαφέρουσες εικόνες τις χαρακτηριστικές εκείνες ομάδες ανθρώπων, σκόρπιες εδώ κι εκεί κάτω από το λιγοστό φως της αποθήκης [...] Ο φυσικός κόλπος που σχηματίζεται από δύο νησιά της ίδιας ονομασίας είναι σήμερα, όπως και στην εποχή των Βενετών, το επίνειο της Κριτσάς και εμπορείο της επαρχίας».

Αυτά αφηγείται η Γερμανίδα βαρόνη Marie Espérance von Schwartz (Ελπίς Μέλαινα) στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις της, όταν πέρασε από τον Άγιο Νικόλαο, ένα μικρό χωριουδάκι τότε, το 1869.

Για την επόμενη τριακονταετία από τότε, η θέση του παραλιακού χωριού θα αναβαθμιζόταν συνεχώς. Παρά την απαγόρευση των Οθωμανών για εξαγωγικό εμπόριο από την περιοχή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, η γειτνίασή του με τη θάλασσα και με το ακμάζον οθωμανικό φρούριο της Σπιναλόγκας........

© Cretalive


Get it on Google Play