«Το Βατερλό της Επικοινωνιακής Διαχείρισης της Κρίσης των Ιμίων»
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Συμπληρώνονται φέτος 30 χρόνια από την κρίση των Ιμίων, κατά την οποία η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία από τις σοβαρότερες εθνικές κρίσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν απλώς ένα θερμό επεισόδιο, αλλά ένα σημείο καμπής για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική, με μακροχρόνιες συνέπειες στην ασφάλεια και την εθνική αποτροπή.
Η έκβασή της αξιοποιήθηκε από την Τουρκία για να εισαγάγει έμπρακτα τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, μεταβάλλοντας δυσμενώς το στρατηγικό περιβάλλον ασφάλειας της Ελλάδας και αμφισβητώντας το καθεστώς κυριαρχίας.
Ειδικότερα, η κρίση των Ιμίων συνιστά ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επικοινωνιακού Βατερλό, όπου η απουσία στρατηγικής επικοινωνίας υπονόμευσε τη συνολική διαχείριση της κρίσης και ακύρωσε στην πράξη, πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές.
Τα γεγονότα έδειξαν ότι η έκβαση μιας κρίσης δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και από την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να διαμορφώνει σαφείς στρατηγικούς στόχους, συνεκτικό αφήγημα και να επικοινωνεί αποτελεσματικά με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και την κοινή γνώμη.
Στην περίπτωση των Ιμίων όμως, τίποτα από αυτά δεν λειτούργησε συντονισμένα και αποτελεσματικά.
Από την έναρξη έως και τη λήξη της κρίσης, τα στελέχη της κυβέρνησης Σημίτη δεν είχαν προσδιορίσει με σαφήνεια ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν και άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς καθορισμένο διακύβευμα.
Παράλληλα, υπήρξε θεμελιωδώς διαφορετική προσέγγιση για τη διαδικασία αντιμετώπισης της κρίσης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Για τη στρατιωτική ηγεσία, οι κρίσεις επιλύονται στο πεδίο και η επιτυχής διαχείρισή τους συνδέεται άμεσα με το κύρος, την αξιοπιστία τη συμβολική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων και την εθνική αποτρεπτική ισχύ.
Αντίθετα, για την τότε πολιτική ηγεσία και ιδίως για τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, οι κρίσεις μεταξύ δημοκρατικών κρατών επιλύονται πολιτικά, μέσω διαλόγου και αποκλιμάκωσης, καθώς όπως ο ίδιος αναφέρει (βλέπε: Σημίτης, Κώστας Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004, Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις, 2005, σελ. 62), η συνέχιση της έντασης θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα και την οικονομική σταθερότητα της χώρας.
Το διακύβευμα της κρίσης των Ιμίων ήταν συνεπώς, τελείως διαφορετικό για την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας.
Κατά την εξέλιξη της κρίσης δεν υπήρξε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα επικοινωνιακό χάσμα που λειτούργησε καθοριστικά στη μη επιτυχή έκβασή της.
Συγκεκριμένα, πρωταρχικός στόχος της τότε ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης έστω και με πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ευθύνες τους από τις επιπτώσεις της κρίσης, ώστε να μην επηρεαστούν τα ζωτικά πολιτικά τους συμφέροντα.
Δεν είναι τυχαίες άλλωστε, οι προσπάθειες των στελεχών της τότε κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για την υποβάθμιση της σπουδαιότητας της κρίσης.
Ειδικότερα, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος έπειτα από το περιστατικό με τους τούρκους δημοσιογράφους της εφημερίδας Χουριέτ που υπέστειλαν την ελληνική σημαία στη μεγάλη Ίμια και ανύψωσαν την τουρκική, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Το Βήμα» προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα λέγοντας ότι «έγινε πολύς λόγος για το τίποτα».
Για το ίδιο θέμα επίσης, ο κ. Πάγκαλος στην ομιλία του στη Βουλή στις 31 Ιανουαρίου 1996 κατά την διάρκεια της συζήτησης των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης Σημίτη, τόνισε ότι στο πλαίσιο εκτόνωσης της κρίσης, η ελληνική πλευρά υποβάθμισε το γεγονός και μετά την ανταλλαγή των ρηματικών διακοινώσεων θεώρησε ότι το επεισόδιο είχε λήξει (Βλέπε: Πρακτικά της Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ’, Συνεδρίαση ΞΖ’ της 31/1/1996, σελ. 3142).
Επιπρόσθετα, για τον τότε........© Cretalive
