Μετά απ’ όλες αυτές τις μέρες που η βασίλισσα έφυγε σιγά σιγά από την αίγλη της κι από τα πλούτη της (ακόμα και το όνομά της Ελισάβετ - ενώ στα αγγλικά ακούγεται Ελίζαμπεθ - το συνθέτουν δυό εβραϊκές λέξεις «Ελί» και «Σαβέτ» που και οι δυό μαζί σημαίνουν «Ο Θεός μου είναι το Χρήμα, είναι ο Πλούτος») και μαζί τους, από την εβδομηντάχρονη παρουσία της (που κυρίως αυτή ήταν που έκανε τους Άγγλους να τη βλέπουν σαν πατρίδα τους και σαν σημαία τους και σαν καταγραφή της ύπαρξής τους στα γραμματόσημά τους) περνώντας τώρα στις μέρες του δικού της καιρού, στην Ιστορία όπως λέμε, φάνηκε το αίμα. Το αίμα πολλών που χάθηκαν εξαιτίας της και ανάμεσά τους Ελλήνων της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.)

Η Σκύλλα της μυθικής εποχής είχε αρπάξει έξι συντρόφους του Οδυσσέα, ενώ στην ιστορική πραγματικότητα η Σκύλλα της αναλγησίας της Ελισάβετ έχει αφήσει - από τα χρόνια εκείνα - δεκατρείς Κύπριους μέσα στα Φυλακισμένα Μνήματα. Φυλακισμένα Μνήματα είναι η ονομασία ενός ας το πούμε κοιμητηρίου, που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Είχε σχεδιαστεί από τους ίδιους τους Βρετανούς, σαν ένας περιτοιχισμένος μικρός χώρος πλάι στα κελιά των μελλοθανάτων και στην αγχόνη. Είναι το μέρος όπου θάφτηκαν οι εννιά απαγχονισμένοι και τέσσερα άλλα σημαντικά στελέχη της ΕΟΚΑ που έπεσαν κατά την διάρκεια του Αγώνα του 1955-1959 για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους. Είναι, στις δικιές μας μέρες, το πιο ιερό μνημείο του Αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού για να ενωθεί με την Ελλάδα. Οι Βρετανοί είχαν αποφασίσει να θάβουν εκεί όποιους εκτελούσανε για την δράση τους στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά - όπως είπαμε - και κάποιες ηγετικές μορφές που είχαν σκοτωθεί σε μάχες - για να μη μετατρέπονται οι κηδείες τους σε μαζικά συλλαλητήρια και σε έντονες διαδηλώσεις. Μετά τον απαγχονισμό, μοναδική παρουσία «πια» ήταν εκείνη του ιερέα των φυλακών (Παπαντωνίου Ερωτοκρίτου) που έψελνε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την κλειστή είσοδο του δήθεν «κοιμητηρίου». Ύστερα οι Βρετανοί τους έθαβαν, χωρίς να παρευρίσκεται κανένας συγγενής των νεκρών. Οι συγγενείς μπόρεσαν να επισκεφθούν τους τάφους, μόνο μετά το τέλος του Αγώνα. Τότε, από τους Έλληνες μπήκε στον τοίχο, πάνω από τα Φυλακισμένα Μνήματα, η επιγραφή «Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος θάνατος δεν λογιέται». Και οι εννέα απαγχονισμένοι ήταν όλοι τους νέοι ηλικίας 18-24 χρονών. Σε τέσσερις τάφους αυτών των Κεντρικών Φυλακών οι Άγγλοι έθαψαν οκτώ νεκρούς ανά δύο - για εξοικονόμηση χώρου. Έτσι, στον ίδιο τάφο βρίσκονται, θαμμένοι μαζί, τα δυό πιο γνωστά ονόματα, ο Γρηγόρης Αυξεντίου και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

Ιδίως ο δεκαοκτάχρονος Παλληκαρίδης, πιο πολύ απ’ όλους τους, σκίαζε με την παρουσία του τον ενταφιασμό της Ελισάβετ. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μαθητής ακόμη στα δεκαπέντε του, είχε σκαρφαλώσει και είχε κατεβάσει τη βρετανική σημαία όταν γινόταν η στέψη της Ελισάβετ το 1953. Στα δεκαεφτά του, στην έναρξη του Κυπριακού Αγώνα, είχε εγκαταλείψει το σχολείο του, αφήνοντας στην τάξη του σημείωμα με στίχους του: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά, | θα πάρω μονοπάτια, | να βρω τα σκαλοπάτια | που παν στη λευτεριά». Ενάμιση χρόνο μετά, το 1957, η αποικιακή δύναμη που είχε για βασίλισσα την τριαντάχρονη τότε Ελισάβετ τον απαγχόνισε.

Η καταδίκη του νεαρού ήταν η αφορμή που χρειαζόταν ο ελληνισμός της Κύπρου για να ξεσπάσει. Την άλλη κιόλας μέρα οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον κυβερνήτη της μεγαλονήσου Χάρντινγκ, όπου ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει την εκτέλεσή του και η Κυπριακή Αδελφότητα Αθηνών ζήτησε την προσωπική παρέμβαση του τότε βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων έστειλε τηλεγραφήματα στη Βουλή των Κοινοτήτων και στα Ηνωμένα Έθνη. Αυτή που θα μπορούσε, όμως, να τον σώσει με μία της μόνο λέξη ήταν η Βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας. Οι δικηγόροι του Ευαγόρα Παλληκαρίδη έστειλαν τηλεγράφημα στην Ελισάβετ, να απονείμει χάρη. Η βασίλισσα όμως, παρά την νεανική της ηλικία, δεν απάντησε καν στο τηλεγράφημα. Ο Ευαγόρας απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957 σε ηλικία μόλις 18 χρονών. Ήταν ο τελευταίος και ο νεότερος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.

Αυτή η αναφορά μου σ’ ένα γεγονός της πολύχρονης ζωής της, έρχεται να δείξει ότι ο θάνατος της βασίλισσας Ελισάβετ μπορεί να σκόρπισε θλίψη στους λάτρεις του μοναρχισμού, επανέφερε όμως και τη μνήμη για το απάνθρωπο πρόσωπο που έδειξε σε πάρα πολλές φορές.

Απίστευτη ψυχολογική επίδραση έχουν, ακόμα και σήμερα, δυό παρακαταθήκες αξέχαστων λέξεων: Ένα ποίημα - που γράφτηκε, τότε, για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ένα θεατρικό έργο - που δημιουργήθηκε, με αφορμή τον θάνατό του, τρία χρόνια μετά την εκτέλεσή του. Φέρνουν και τα δυό ρίγη ή δάκρυα στα μάτια. Παραμένουν η καλύτερη απόδειξη ότι η Τέχνη είναι ένα εξαιρετικό κίνητρο στα εθνικά μας θέματα.

Στο άκουσμα του απαγχονισμού του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο Δωδεκανήσιος Φώτης Βαρέλης έγραψε εξαίσιους στίχους, που ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας - για να «περάσουν» από τον έλεγχο των Άγγλων - τους μετέδωσε, τότε, ως δημοτικό κυπριακό τραγούδι:

«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα | μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.| Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας. | Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος, | οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν, | η νια, που τον ορμήνευε, δεν είχε νυχτοπούλι. | Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα. | Σήμερα Σάββατο, ταχιά, όλη η ζωή σαν πρώτα. | Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο, | ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης, | και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει. | Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας. | Μπαίνει κι η Πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει, | μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα. | - Παρόντες όλοι; - Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει. | - Παρόντες, λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει: | - Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις Ελληνική Ιστορία. | Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι, | αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τούς κάμνει | να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη. | - Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος, | στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης, | συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι, | και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία. | Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα, | που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία, | έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».

Αλλά και το θεατρικό έργο που γράφτηκε με αφορμή την εκτέλεση αυτού του παιδιού, έγινε για να μείνει. Μιλάει για τον Κυριακούλη, έναν νεαρό αγωνιστή της ΕΟΚΑ που συλλαμβάνεται από τους Άγγλους και πρόκειται να χάσει τη ζωή του στην αγχόνη. Οι συναγωνιστές του απαγάγουν τον γιο μιας Αγγλίδας, φίλης του Βρετανού Διοικητή του νησιού, με σκοπό να ανταλλάξουν τους δυό νέους. Η αγωνία φέρνει κοντά τις δυό μάνες, την Ελληνίδα και την Αγγλίδα που συνεννοούνται για να γλυτώσουν τα παιδιά τους. Όμως, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της ξένης να πείσει τον Διοικητή, ο Κύπριος αγωνιστής θα κρεμαστεί από τους Άγγλους. Αλλά η μάνα του θα απαγορεύσει να κάνουν το ίδιο στον Άγγλο αιχμάλωτο. Μετά από κάποιον δισταγμό, γεμάτο πίκρα και αγανάκτηση, αποφασίζει να τον στείλει ελεύθερο στη μητέρα του, για να μη νιώσει κι εκείνη τον πόνο που νιώθει η ίδια «Φύγε, πήγαινε στη μάνα σου! Φύγε σου λέω!» είναι τα λόγια της. Και ενώ το αγγλόπαιδο, χαμένο στην έκπληξη, φεύγει τρέχοντας, οι συναγωνιστές του νεκρού πιά ελληνόπουλου γαζώνουν με τα αυτόματά τους το έδαφος φωνάζοντας «Κυριακούληηηη…»

Το έργο αυτό που λέγεται «Το Νησί της Αφροδίτης» γράφτηκε από τον

Σωτήρη Λεωνιδάκη, που είναι γνωστός με το ψευδώνυμό του Αλέξης Πάρνης. Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος. Επίσης υπήρξε μαχητής του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση. Το 1960 που πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του αυτό, γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε 180 θέατρα της Σοβιετικής Ένωσης με πάνω από 22.000 παραστάσεις. Με αυτούς τους αριθμούς μια υπερδύναμη, τότε, φώναζε στους Άγγλους ότι η Κύπρος είναι ελληνική. Το 1963 στο Θέατρο Βορείου Ελλάδος τη Μάνα την έκανε η Κυβέλη και το 1965 στον Κινηματογράφο η Κατίνα Παξινού. Στην πορεία προς τον απαγχονισμό - του Κυριακούλη - Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ακούγεται το τραγούδι «Αν δυνηθώ να σ’ αρνηθώ, να σ’ απολησμονήσω…»

Όλα αυτά ήρθαν στον νου, συμβολικά ξεχωρίζοντας την αξέχαστη περίπτωση του αδικοχαμένου νεαρού Κύπριου αγωνιστή - ενός μόνο από τα πολλά άλλα θύματα που είχε η Σκύλλα της σκοπιμότητας της βασίλισσας Ελισάβετ. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η Σκύλλα με δύο λάμδα είναι το αξέχαστο μυθολογικό τέρας, ενώ με ένα λάμδα γράφεται η συμπαθέστατη σκύλα που βλέπουμε σ’ ένα δρόμο ή σ’ ένα σπίτι. Γι’ αυτήν τη Σκύλλα της απανθρωπιάς, λοιπόν, το ίδιο σχολίασε και η Έλενα Ακρίτα με τα λόγια: «Η Ελισάβετ ίσως να ήταν καλή ηγεμόνας για τους Βρετανούς. Και σίγουρα είναι μια μεγάλη ιστορική προσωπικότητα. Ας ελπίσουμε πως θα την έχουνε συγχωρέσει οι λαοί που αιματοκύλισε». Όχι όμως οι Κύπριοι. Για τους Κύπριους, οι απαγχονισμοί των αγωνιστών τους παραμένουν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο τραυματικά γεγονότα της Ιστορίας του τόπου τους. Όταν η Ελισάβετ επισκέφτηκε την Κύπρο για την 29η Σύνοδο Κορυφής της Κοινοπολιτείας, τον Οκτώβριο του 1993, οι αντιδράσεις του πληθυσμού ήταν τέτοιες (ένας από τους διαδηλωτές έσπασε ακόμα και το τζάμι της λιμουζίνας της), που της υπενθύμισαν ότι με τη νεανική απάθειά της είχε ουσιαστικά βάψει τα χέρια της με αίμα στο νησί…

Και τώρα, μπαίνουμε απέναντι, στα μέρη της μυθικής Χάρυβδης, στον ατέλειωτο δικό της καιρό, όταν αυτή δεν ήταν μέχρι πριν «η φοβερή εκείνη Δίνη που ξέρουμε ότι παρασέρνει τα πάντα μέσα της» αλλά κοιμόταν. Με αυτήν συμβολίζουμε, έτσι, τη μέχρι τώρα ζωή του εβδομηντατριάχρονου πρίγκιπα Τσαρλ Φίλιπ Άρθουρ Τζωρτζ (εμείς τον ξέρουμε με το πρώτο του όνομα Τσαρλ, που στα ελληνικά λέγεται Κάρολος). Έγινε αυτές τις μέρες Άγγλος βασιλιάς και μάλιστα Βρετανός ηγεμόνας - αφού, εκτός από την Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία που είναι ενωμένες με το ζόρι στη σκιά της βρετανικής σημαίας, κληροδοτεί από τη μητέρα του και τα δεκατέσσερα κράτη, τη μεγάλη ουρά της Κοινοπολιτείας, που εκτείνεται από την Αργεντινή με τα νησιά Φώκλαντ έως στην Ισπανία με το Γιβραλτάρ, από την Ελλάδα με την Κύπρο έως στην Ινδία, από την Κίνα με την Ταιβάν έως στην ήπειρο Αυστραλία. Όλα αυτά τα μέρη, απομεινάρια της βρετανικής κοσμοκρατορίας, έχουν κοινό χαρακτηριστικό τους όχι τόσο την αγγλική γλώσσα, που μιλιέται σήμερα παντού λόγω της διάδοχης αμερικανικής επιρροής, όσο τα αυτοκίνητα που κινούνται στους δρόμους τους από αριστερή μεριά, άσχετα αν οι οδηγοί τους έχουν ή δεν έχουν αριστερή ιδεολογία. Με την παρουσία πλέον του Καρόλου που έγινε Τσαρλ δε Θερντ (Κάρολος ο Τρίτος) αλλάζουν όλα, πρωτόκολλο, νομίσματα, ακόμα και μια λέξη στον εθνικό τους ύμνο.

Εντούτοις, για πρώτη φορά Άγγλος βασιλιάς και μάλιστα Βρετανός ηγεμόνας βρίσκεται σ’ αυτή την ισχυρή θέση έχοντας ελληνική αντίληψη - όχι λόγω παιδείας αλλά λόγω ανατροφής. Ελληνική αντίληψη, που του δόθηκε μέσω της ανατροφής του από τη γιαγιά του Αλίκη, ενώ ο παππούς του Ανδρέας της Ελλάδας μάς χαντάκωσε στη Μικρασιατική Καταστροφή και οι άλλοι δυό, ο πατέρας του Φίλιππος της Ελλάδας και η μητέρα του Ελισάβετ της Αγγλίας αδιαφόρησαν για την Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελισάβετ μια φορά μόνο ήρθε εδώ, σε όλη της τη ζωή - και μονάχα στην Αθήνα, συνοδεύοντας τον σύζυγό της όταν ήταν πριγκίπισσα.

«Η βασιλεία της μητέρας μου ήταν απαράμιλλη, όσον αφορά τη διάρκεια και την αφοσίωσή της (…) Έχω βαθύτατη συνείδηση αυτής της μεγάλης κληρονομιάς, των καθηκόντων και της βαριάς ευθύνης που μου μεταβιβάστηκαν» ήταν μια από τις πρώτες δηλώσεις του μακροχρόνιου πρίγκιπα που έγινε βασιλιάς. Και δείτε τί πρόσθεσε, αμέσως μετά: «Προσεύχομαι για την καθοδήγηση και τη βοήθεια του Παντοδύναμου Θεού για την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος που ανατέθηκε σε εμένα και για το οποίο τώρα θα αφιερώσω την υπόλοιπη ζωή μου». Σ’ αυτά τα ύστερα λόγια βρίσκεται κρυμμένη η ανατροφή που του δόθηκε από τη γιαγιά του, την Αλίκη.

Η Αλίκη ήταν μια ξεχωριστή διαφορετική προσωπικότητα - άγνωστη όχι μόνο σε μας, αλλά και στους παρατρεχάμενους εκεί μέσα στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Η Αγγλίδα Άλις του Μπάττενμπεργκ, όπως λεγόταν πριν παντρευτεί τον Ανδρέα Γκλύξμπουργκ, έναν από τους γιούς του Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας, γεννήθηκε στο κάστρο του Ουίνδσορ και η μητέρα της ήταν εγγονή της άλλης μακρόχρονης βασίλισσας, της Βικτώριας. Στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων όμως της Αλίκης, οι γιατροί διέγνωσαν ότι είχε πρόβλημα στην ακοή. Αυτή η δυσλειτουργία της, τελικά, την ταλαιπώρησε σε όλη της τη ζωή, αφού της δημιουργούσε προβλήματα επικοινωνίας. Όμως σιγά-σιγά το αντιμετώπισε, μαθαίνοντας να διαβάζει τα χείλη των άλλων. Στα δεκαεπτά της, αρκετά όμορφη, παντρεμένη πλέον και μάλιστα με τρεις διαφορετικούς τρόπους, τον πολιτικό, τον προτεσταντικό της αγγλικανικής εκκλησίας και τον

ορθόδοξο, με τον Ανδρέα της Ελλάδας, μετακόμισε στο Τατόι και μετά στο παλάτι του Μον Ρεπό στην Κέρκυρα, όπου εκεί θα γεννήσει τον μοναδικό γιο της οικογένειας, τον Φίλιππο της Ελλάδας, τον μετέπειτα σύζυγο της βασίλισσας Ελισάβετ, τον πατέρα του Καρόλου.

Και γιατί τα λέμε όλα αυτά; Γιατί - ύστερα απ’ αυτά τα δεδομένα της - θα δούμε ότι θα μεταλλαχθεί κι ότι θα ακολουθήσει δικούς της δρόμους, διαφορετικούς από εκείνους που είχαν τα άλλα μέλη στις βασιλικές οικογένειες της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Σουηδίας ή της Ρωσίας. Και αποκτάμε έτσι σοβαρές ενδείξεις ότι κι αυτή, με τη σειρά της, επηρέασε στην ανατροφή του (κυρίως με την ιδιαίτερη προσωπικότητά της) τον εγγονό της τον Κάρολο να βγει διαφορετικός σε ορισμένα δικά του δεδομένα.

Ο Κάρολος πιστεύεται ότι είναι κρυφοορθόδοξος αν και βρέθηκε τώρα επικεφαλής της προτεσταντικής Αγγλικανικής Εκκλησίας με την κληρονομική διαδοχή σαν βασιλιάς της Αγγλίας. Πολλές φορές έχει πάει μέχρι τώρα στο Άγιο Όρος, χωρίς να το ξέρει κανείς παρά μόνο οι καλόγεροι της Μονής Βατοπεδίου - όπου τον περιμένει το δικό του κελί, για να απομονωθεί και να διαλογιστεί.

Ήταν ο μόνος από τους τρεις ξένους που αντιπροσώπευσαν τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, ο μόνος που ξεχώρισε πέρυσι στον εορτασμό των Διακοσίων Χρόνων από το 1821. Όχι τόσο σαν πρίγκιπας, όσο σαν τιμητής της συγγένειάς του με την Ελλάδα, επιλέγοντας μάλιστα να απαγγείλει στα ελληνικά Διονύσιο Σολωμό. Θα μπορούσαν και οι άλλοι δυό εκπρόσωποι, η Γαλλίδα και ο Ρώσος, να μας κολακέψουν χρησιμοποιώντας ελληνικές λέξεις στους χαιρετισμούς τους, αλλά δεν το έκαναν. Ήταν προσωπική επιλογή του Καρόλου να το κάνει, για να τονίσει ότι νιώθει πιο κοντά μας.

Έτσι λοιπόν ο Βρετανός Τσαρλ, λόγω των βιωμάτων του με την ανατροφή που πήρε από τη γιαγιά του, είναι μέσα του ο Έλληνας Κάρολος. Μπορεί - θα πουν κάποιοι - το να είσαι Έλληνας, να μη σημαίνει τίποτα. Μην ξεχνάμε ότι πολλοί σημερινοί Έλληνες δεν ενδιαφέρονται για την Ελλάδα έτσι που την έχουν κάνει οι πολιτικές συγκυρίες, αλλά νοιάζονται μόνο για τις ανάγκες της καθημερινότητάς τους. Ας ανακαλύψουμε λοιπόν την ψυχοσύνθεση του Καρόλου μέσα από την ιστορία και από τη διαφορετικότητα της γιαγιάς του:

Η ζωή της γιαγιάς του σε σχέση μ’ εμάς, ήταν πάντα κοντά μας. Με το ξεκίνημα τότε των Βαλκανικών Πολέμων, η Αλίκη έσπευσε να συνεισφέρει σαν εθελόντρια στο έργο διαφόρων οργανώσεων. Ίδρυσε νοσοκομεία. Και σ’ αυτά συμμετείχε η ίδια, προσφέροντας βοήθεια - σαν απλή νοσοκόμα. Γι’ αυτό, τιμήθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό στο Εξωτερικό.

Αργότερα ήρθε ο θυελλώδης καιρός που οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δύο, σε βενιζελικούς και σε βασιλικούς. Ο πατέρας του Ανδρέα, βασιλιάς Κωνσταντίνος, οδηγήθηκε στην εξορία και ο Βενιζέλος - κυρίαρχος πλέον στα ελληνικά πράγματα - ξεκίνησε, με την κάλυψη των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στο αποκορύφωμα όμως αυτού του απελευθερωτικού πολέμου, οι βασιλικοί πέτυχαν εκλογική νίκη έναντι των βενιζελικών και ο πολιτικός αρχηγός τους Δημήτριος Γούναρης επανέφερε τον βασιλιά στην εξουσία. Μαζί με τους δυό, η ηγεσία του μαχόμενου στρατού περιήλθε κι αυτή στους βασιλικούς - που αποδείχτηκαν τραγικά κατώτεροι των περιστάσεων. Ο σύζυγος της Αλίκης πρίγκιπας Ανδρέας έκανε λανθασμένες εκτιμήσεις στον Σαγγάριο και χάθηκε για τους Έλληνες εκεί η μεγάλη αποφασιστική μάχη.

Τον Ιούλιο του 1922, και παρά την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, η Αλίκη ταξίδεψε στη γενέτειρά της, στην Αγγλία, για να παρευρεθεί στο γάμο του αδελφού της. «Εδώ ο κόσμος χάνεται…» που λέει ο λαός. Όταν επέστρεψε, σ’ εκείνο τον μοιραίο Σεπτέμβριο του 1922, θα αντιμετώπιζε μια υπερβολικά δυσάρεστη κατάσταση: Η Ελλάδα, εξαιτίας των βασιλικών, είχε υποστεί ολοκληρωτική ήττα στη Μικρά Ασία και την πλήρωναν, εκεί, με το αίμα τους χιλιάδες άμαχοι. Επαναστατική ομάδα βενιζελικών αξιωματικών θα συγκροτούσε ειδικό δικαστήριο και θα παρουσιάζονταν σε αυτό οι υπαίτιοι της Καταστροφής. Ανάμεσά τους και ο Ανδρέας, ο παππούς του σημερινού βασιλιά Καρόλου της Αγγλίας. Έξι βασιλικοί εκτελέστηκαν, ανάμεσά τους ο πρωθυπουργός και ο αρχιστράτηγος. Ο Ανδρέας, ο πατέρας του Φιλίππου της βασίλισσας Ελισάβετ, καταδικάστηκε σε επ’ αόριστον αποπομπή από την Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο του 1922 ο Ανδρέας και η Αλίκη αναχώρησαν από το Φάληρο, με μια στάση στην Κέρκυρα που βρισκόταν το σπίτι τους, το Μον Ρεπό, για την Ιταλία και από κει για την Ελβετία.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της γιαγιάς του Καρόλου στην Ελβετία έγιναν διάφορα που τη συντάραξαν - όπως η δολοφονία της θείας της Ελισάβετ Φεοντόροβνα από την Τσέκα (τη μυστική αστυνομία του Λένιν), που αργότερα, το 1992, θα ανακηρυχθεί αγία από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η Αλίκη επισκέφτηκε την εκκλησία της Μαρίας Μαγδαληνής που βρίσκεται στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, στο Όρος των Ελαιών κοντά στον Κήπο της Γεσθημανής, και ζήτησε να ταφεί κοντά στην θεία της. Στην εξορία ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με τον μυστικισμό και αργότερα έγινε και ορθόδοξη.

Τον Απρίλιο του 1941, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, η βασιλική οικογένεια και η κυβέρνηση είχαν ήδη εγκαταλείψει την πρωτεύουσα στις 23 του μήνα. Ο Γεώργιος Β΄ και ο αδελφός του Παύλος μετέβησαν στο Λονδίνο, ενώ τα άλλα μέλη εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο και στη Νότια Αφρική. Η Αλίκη, όμως, με τη σκέψη να ενισχύσει τους Έλληνες στις δύσκολες στιγμές τους, έμεινε στην Αθήνα. Τον Ιούλιο του 1942 μετακόμισε στην οδό Ακαδημίας. Άρχισε να διοργανώνει συσσίτια και να συμμετέχει εθελοντικά στην διανομή τους. Ενδεικτικό της προσφοράς της ήταν ότι η Αλίκη, αν και προμηθευόταν τρόφιμα, είχε χάσει 26 κιλά. Σε όλη την περίοδο της Κατοχής η Αλίκη είχε αναλάβει την διαχείριση πολλών ορφανοτροφείων και συσσιτίων, προσφέροντας σημαντικό κοινωνικό έργο. Όχι μόνο αψηφούσε τους Γερμανούς, αλλά τόλμησε να προστατέψει στο σπίτι της μια οικογένεια Ελλήνων Εβραίων, την οικογένεια Κοέν (πράξη για την οποία τιμήθηκε αργότερα, μετά τον θάνατό της).

Στις 21 Απριλίου του 1967 ξέσπασε στην Αθήνα το στρατιωτικό πραξικόπημα των Συνταγματαρχών. Η Αλίκη για ασφάλεια εγκαταστάθηκε στα βασιλικά ανάκτορα, αλλά λίγες ημέρες αργότερα επέστρεψε στο διαμέρισμά της. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου, η πεθερά της βασίλισσας Ελισάβετ αναχώρησε μόνιμα για την Αγγλία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο Κάστρο του Ουίνδσορ και στη συνέχεια στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Τον Δεκέμβριο ο Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας, ύστερα από αποτυχημένο αντιπραξικόπημα, αναγκάστηκε να καταφύγει μαζί με την οικογένειά του στη Ρώμη. Παρ' όλα αυτά, η ελληνική πρεσβεία δεν έλεγε όχι σε ενδεχόμενη επιστροφή της Αλίκης στην Ελλάδα. Μέχρι το θάνατό της η ζωή της κύλησε ήσυχα, ζώντας στα δωμάτια του Μπάκιγχαμ και φροντίζοντας τα εγγόνια της.

Απεβίωσε την ώρα που κοιμόταν στα προσωπικά διαμερίσματά της στο ανάκτορο του Μπάκιγχαμ σε ηλικία 84 χρονών το 1969. Η κηδεία τελέστηκε στο παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου στο Ουίνδσορ παρουσία της Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, του γιου της Φιλίππου, του Κωνσταντίνου Β΄ της Ελλάδας καθώς και άλλων μελών των βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης. Ενταφιάστηκε στη βασιλική στοά του παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου. Αλλά, όπως είπαμε πριν, η παλιά επιθυμία της ήταν να ταφεί πλάι στην θεία της Ελισάβετ Φεοντόροβνα. Λόγω διπλωματικών προβλημάτων, δεν έγινε μπορετό τότε, να ταφεί απευθείας εκεί. Τελικά, είκοσι χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1988, το λείψανό της μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε σε μία κρύπτη κάτω από την ρωσική ορθόδοξη εκκλησία της Μαρίας Μαγδαληνής, στον κήπο της Γεσθημανής, με παρουσία συγγενών της και του ορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Και, όπως επίσης είπαμε πριν, στις 11 Απριλίου του 1993 απονεμήθηκε στην Αλίκη ο τίτλος «του Δικαίου των Εθνών» για το γεγονός ότι κινδύνεψε, προκειμένου να σώσει Εβραίους στην Αθήνα. Το βραβείο παρέλαβαν τα δύο εναπομείναντα στη ζωή παιδιά της, ο Φίλιππος - σύζυγος της βασίλισσας Ελισάβετ και πατέρας του Καρόλου - και η Σοφία του Αννοβέρου στις 31 Οκτωβρίου του 1994 στην Ιερουσαλήμ.

Είπαμε πολλά γι’ αυτή τη γυναίκα, γιατί πιο πολύ απ’ όλες τις γυναίκες στη ζωή του, επηρέασε ψυχολογικά τον Κάρολο και διαμόρφωσε την αντίληψή του, μέσα από την ανατροφή αλλά και από τον θαυμασμό του για τη διαφορετικότητά της. Η ελληνικότητα στον χαρακτήρα του φαίνεται στη μέχρι τώρα τάση του για απλοϊκότητα. Γι’ αυτό, αν και πρίγκιπας, περπατούσε άνετα στους δρόμους της Αθήνας και έτρωγε κουλούρι στην οδό Ερμού. Και ερχόμαστε τώρα στο δια ταύτα, γιατί δηλαδή μακρηγορήσαμε τόσο πολύ. Σαν πρίγκιπας στην Αγγλία (πρίγκιπα της Ουαλίας τον προσφωνούσανε) ο νέος βασιλιάς επικρίθηκε συχνά για παρεμβάσεις του στις πολιτικές που ακολουθούνται σε μη πολιτικά θέματα, όπως στην αρχιτεκτονική, στην εναλλακτική ιατρική, ή στο περιβάλλον. Υπήρξε, για παράδειγμα, πρώιμος υποστηρικτής της Βιολογικής Γεωργίας, της Αειφορίας, της Ευαισθητοποίησης για το Κλίμα. Είχε πιέσει τον υπουργό Παιδείας των Εργατικών να επεκτείνει σχολικά προγράμματα. Θα συνεχίσει άραγε ο Κάρολος τις παρεμβάσεις του τώρα - και σαν βασιλιάς;

Δεν βαριέστε. Πριν τέσσερα χρόνια σε συνέντευξή του στο BBC, δήλωσε πως κατανοεί ότι πρέπει να συμπεριφέρεται διαφορετικά ως μονάρχης. Και το είπε αυτό, με τα εξής λόγια: «Είναι σαφές ότι δεν μπορώ να κάνω τα ίδια πράγματα που έκανα ως διάδοχος». Επανέλαβε κάτι παρόμοιο από το βήμα της ομιλίας του «ενώπιον του έθνους». Μιλώντας για πρώτη φορά ως βασιλιάς, έκανε μια δήλωση που αυτή δεν ήταν για πρώτη φορά: «Η ζωή μου φυσικά θα αλλάξει, καθώς αναλαμβάνω τις νέες μου ευθύνες. Δεν θα είναι πλέον δυνατό για μένα να αφιερώνω τόσο πολύ από τον χρόνο και από την ενέργειά μου σε φιλανθρωπίες και σε θέματα που τα νοιάζομαι».

«Θέματα που τα νοιάζεται». Το 1969 που ήταν η χρονιά, όπως είπαμε, της φυσικής αναχώρησης της Αλίκης, της μητέρας του πατέρα του, εκείνη την ίδια χρονιά η Αγγλία ήταν παρούσα και σ’ ένα άλλο γεγονός που αφορά την Ελλάδα: Οι Άγγλοι τοποθετούσαν μέσα στο Αβαείο του Γουέστμινστερ, στην περίφημη Γωνιά των Ποιητών, μια επιτύμβια πλάκα για τον Λόρδο Βύρωνα. Τον Μπάυρον, όπως τον λένε στ’ αγγλικά, που είναι ο πιο γνωστός ποιητής της Αγγλίας, παγκόσμια, μετά τον Σαίξπηρ. Στο ποίημά του «Η Κατάρα της Αθηνάς» ο Μπάυρον είχε κατακεραυνώσει τον Έλγιν, τότε που εκείνος μόλις είχε κατεβάσει και έπαιρνε στα βόρεια μέρη του τα Γλυπτά της ζωφόρου και των αετωμάτων του Παρθενώνα.

Ο Ίαν Άντερσον, ο ιδρυτής του βρετανικού ροκ συγκροτήματος των Jethro Tull προχώρησε σε μια δήλωση που δύσκολα θα έμενε απαρατήρητη από τον βρετανικό Τύπο και που ήταν αναφορά στα Γλυπτά του Παρθενώνα. Μάλιστα, ο πολυσχιδής μουσικός έδωσε μια νέα οπτική στο θέμα, με αφορμή την αλλαγή στη μοναρχία του Ηνωμένου Βασιλείου, έπειτα από τον θάνατο της βασίλισσας Ελισάβετ: «Πώς θα ένιωθε ο Κάρολος αν το στέμμα του φυλασσόταν μόνιμα στην Αθήνα;» Ωραία η έμπνευσή του, όμως για το θέμα των Γλυπτών ένα στέμμα δεν είναι το σωστό παράδειγμα σε μέγεθος κατανόησης του προβλήματος εκ μέρους της αγγλικής πλευράς. Όπως είναι ο Παρθενώνας το έμβλημα των Ελλήνων, έτσι θα μπορούσε να πει κάτι πιο εμβληματικό για τους Άγγλους - όπως το Μπιγκ Μπεν ή τον Τάφο του Σαίξπηρ να βρίσκονται αρπαγμένα στην Ελλάδα.

Ο Κάρολος ήταν μέχρι τώρα σαν μια Χάρυβδη που κοιμάται. Καλούνται οι επαΐοντες να την ξυπνήσουν αυτή τη μυθική δύναμη μέσα του, να κάνουν να ζωντανέψει η Δίνη εκείνη, η αλλιώτικη, για να συμπαρασύρει «μέσα στο βυθό της» όλες τις αρνήσεις του Βρετανικού Μουσείου και όποιων άλλων παραγόντων και συμφερόντων υπάρχουν και να τις εξαφανίσει μ’ ένα σαρωτικό του νεύμα. Ένα νεύμα, που δεν το είχε κάνει στα εβδομήντα χρόνια της βασιλείας της η μητέρα του (ούτε καν στην περίπτωση του δεκαοκτάχρονου Παλληκαρίδη), ένα νεύμα που μπορεί να πνίξει τις δικαιολογίες και τις νομικές δυσκολίες - αυτές, που όλες μαζί εδώ και δύο αιώνες έχουνε γίνει Γρίφος. Ο Κάρολος, ως Βρετανός μονάρχης τώρα πια, πρέπει να αρχίσει από την ψευδεπίγραφη ονομασία «Ελγίνεια Μάρμαρα» (που τα είχαν επίτηδες υποβαθμίσει έτσι με τη λέξη «μάρμαρα» - και πιο πριν ο ίδιος ο λόρδος Μπρους του Έλγιν τα είχε χαρακτηρίσει «ασήμαντες πέτρες» για να μπορεί να τα πάρει). Να την καταργήσει - βάζοντας στη θέση της την πραγματική ονομασία «Κλεμμένα Γλυπτά του Παρθενώνα» καθώς και την ψευδεπίγραφη ονομασία της «Βόρειας Κύπρου» των Τούρκων με την πραγματική ονομασία «κατεχόμενο έδαφος ανεξάρτητου ευρωπαϊκού κράτους που λέγεται Κύπρος».

Ας κάνει κάτι, για να επιστρέψουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα και τα Αγάλματα (μην ξεχνάμε ούτε την Καρυάτιδα). Ας πληρώσει από την αμύθητη περιουσία της μητέρας του το ποσό που είχε καταβάλει το Μουσείο, για να τα αποκτήσει. Σύμβολο του Έθνους είναι ο βασιλιάς του, συμβολικό να είναι το ποσό των στερλίνων που θα πρέπει να καταβάλει για να απελευθερωθεί η

αττική ομορφιά από τη βρετανίδα γη. Ή ας την στείλει στην Ελλάδα ως μόνιμο αντιδάνειο της Αγγλίας. Μεταφέροντας στο Βρετανικό Μουσείο και σ’ όλα τα άλλα μουσεία του Κόσμου το μήνυμα ότι δεν διεκδικείται έτσι από την αδύναμη Ελλάδα καμία άλλη από τις αρχαιότητές της σε ξένα μέρη, που έχουν παρθεί κατά καιρούς από τους δυνατούς της Γης.

Επίσης, να πείσουν τον Κάρολο οι Κύπριοι εφοπλιστές του Λονδίνου και ο Εφραίμ, ο Κύπριος ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου - που γνωρίζονται σε όρους ολόκληρης μέχρι τώρα και «άχρι θανάτου» ζωής - να θυμίσει, σαν βασιλιάς πια, στην πολυμήχανη χώρα του ότι ήταν η Τρίτη Εγγυήτρια Δύναμη στην Κύπρο και όλοι μαζί να γυρίσουν πίσω τον Χρόνο, ξεκινώντας την ανεύρεση λύσης από την αμφισβητούμενη Φαμαγκούστα, την Αμμόχωστο. Επιβάλλοντας αυτή τη λύση - τώρα που είναι ηγεμόνας της Μεγάλης Βρετανίας ο Κάρολος - να τη βάλει να θελήσει να ξανακυβερνήσει τα κύματα γύρω από ένα νησί που ήταν κάποτε δικό της, που έγινε με το αίμα του ανεξάρτητο, και που ανήκει, ακόμα και μετά την τουρκική εισβολή, στην Κοινοπολιτεία της.

Σε όσους πούνε ότι όλες οι παραπάνω λέξεις μου - οι επισημάνσεις, οι προτροπές μου, το ευχολόγιό μου αυτό - ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, ότι «είναι για τα παραμύθια», τους απαντάω κι εγώ ότι ζούμε σε μια εποχή που υπάρχουν ακόμα βασίλισσες - και πρίγκιπες που γίνονται βασιλιάδες.

QOSHE - Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη - Θανάσης Γιαπιτζάκης
We use cookies to provide some features and experiences in QOSHE

More information  .  Close
Aa Aa Aa
- A +

Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

3 1 1
11.10.2022

Μετά απ’ όλες αυτές τις μέρες που η βασίλισσα έφυγε σιγά σιγά από την αίγλη της κι από τα πλούτη της (ακόμα και το όνομά της Ελισάβετ - ενώ στα αγγλικά ακούγεται Ελίζαμπεθ - το συνθέτουν δυό εβραϊκές λέξεις «Ελί» και «Σαβέτ» που και οι δυό μαζί σημαίνουν «Ο Θεός μου είναι το Χρήμα, είναι ο Πλούτος») και μαζί τους, από την εβδομηντάχρονη παρουσία της (που κυρίως αυτή ήταν που έκανε τους Άγγλους να τη βλέπουν σαν πατρίδα τους και σαν σημαία τους και σαν καταγραφή της ύπαρξής τους στα γραμματόσημά τους) περνώντας τώρα στις μέρες του δικού της καιρού, στην Ιστορία όπως λέμε, φάνηκε το αίμα. Το αίμα πολλών που χάθηκαν εξαιτίας της και ανάμεσά τους Ελλήνων της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.)

Η Σκύλλα της μυθικής εποχής είχε αρπάξει έξι συντρόφους του Οδυσσέα, ενώ στην ιστορική πραγματικότητα η Σκύλλα της αναλγησίας της Ελισάβετ έχει αφήσει - από τα χρόνια εκείνα - δεκατρείς Κύπριους μέσα στα Φυλακισμένα Μνήματα. Φυλακισμένα Μνήματα είναι η ονομασία ενός ας το πούμε κοιμητηρίου, που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Είχε σχεδιαστεί από τους ίδιους τους Βρετανούς, σαν ένας περιτοιχισμένος μικρός χώρος πλάι στα κελιά των μελλοθανάτων και στην αγχόνη. Είναι το μέρος όπου θάφτηκαν οι εννιά απαγχονισμένοι και τέσσερα άλλα σημαντικά στελέχη της ΕΟΚΑ που έπεσαν κατά την διάρκεια του Αγώνα του 1955-1959 για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους. Είναι, στις δικιές μας μέρες, το πιο ιερό μνημείο του Αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού για να ενωθεί με την Ελλάδα. Οι Βρετανοί είχαν αποφασίσει να θάβουν εκεί όποιους εκτελούσανε για την δράση τους στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά - όπως είπαμε - και κάποιες ηγετικές μορφές που είχαν σκοτωθεί σε μάχες - για να μη μετατρέπονται οι κηδείες τους σε μαζικά συλλαλητήρια και σε έντονες διαδηλώσεις. Μετά τον απαγχονισμό, μοναδική παρουσία «πια» ήταν εκείνη του ιερέα των φυλακών (Παπαντωνίου Ερωτοκρίτου) που έψελνε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την κλειστή είσοδο του δήθεν «κοιμητηρίου». Ύστερα οι Βρετανοί τους έθαβαν, χωρίς να παρευρίσκεται κανένας συγγενής των νεκρών. Οι συγγενείς μπόρεσαν να επισκεφθούν τους τάφους, μόνο μετά το τέλος του Αγώνα. Τότε, από τους Έλληνες μπήκε στον τοίχο, πάνω από τα Φυλακισμένα Μνήματα, η επιγραφή «Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος θάνατος δεν λογιέται». Και οι εννέα απαγχονισμένοι ήταν όλοι τους νέοι ηλικίας 18-24 χρονών. Σε τέσσερις τάφους αυτών των Κεντρικών Φυλακών οι Άγγλοι έθαψαν οκτώ νεκρούς ανά δύο - για εξοικονόμηση χώρου. Έτσι, στον ίδιο τάφο βρίσκονται, θαμμένοι μαζί, τα δυό πιο γνωστά ονόματα, ο Γρηγόρης Αυξεντίου και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

Ιδίως ο δεκαοκτάχρονος Παλληκαρίδης, πιο πολύ απ’ όλους τους, σκίαζε με την παρουσία του τον ενταφιασμό της Ελισάβετ. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μαθητής ακόμη στα δεκαπέντε του, είχε σκαρφαλώσει και είχε κατεβάσει τη βρετανική σημαία όταν γινόταν η στέψη της Ελισάβετ το 1953. Στα δεκαεφτά του, στην έναρξη του Κυπριακού Αγώνα, είχε εγκαταλείψει το σχολείο του, αφήνοντας στην τάξη του σημείωμα με στίχους του: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά, | θα πάρω μονοπάτια, | να βρω τα σκαλοπάτια | που παν στη λευτεριά». Ενάμιση χρόνο μετά, το 1957, η αποικιακή δύναμη που είχε για βασίλισσα την τριαντάχρονη τότε Ελισάβετ τον απαγχόνισε.

Η καταδίκη του νεαρού ήταν η αφορμή που χρειαζόταν ο ελληνισμός της Κύπρου για να ξεσπάσει. Την άλλη κιόλας μέρα οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον κυβερνήτη της μεγαλονήσου Χάρντινγκ, όπου ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει την εκτέλεσή του και η Κυπριακή Αδελφότητα Αθηνών ζήτησε την προσωπική παρέμβαση του τότε βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων έστειλε τηλεγραφήματα στη Βουλή των Κοινοτήτων και στα Ηνωμένα Έθνη. Αυτή που θα μπορούσε, όμως, να τον σώσει με μία της μόνο λέξη ήταν η Βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας. Οι δικηγόροι του Ευαγόρα Παλληκαρίδη έστειλαν τηλεγράφημα στην Ελισάβετ, να απονείμει χάρη. Η βασίλισσα όμως, παρά την νεανική της ηλικία, δεν απάντησε καν στο τηλεγράφημα. Ο Ευαγόρας απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957 σε ηλικία μόλις 18 χρονών. Ήταν ο τελευταίος και ο νεότερος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.

Αυτή η αναφορά μου σ’ ένα γεγονός της πολύχρονης ζωής της, έρχεται να δείξει ότι ο θάνατος της βασίλισσας Ελισάβετ μπορεί να σκόρπισε θλίψη στους λάτρεις του μοναρχισμού, επανέφερε όμως και τη μνήμη για το απάνθρωπο πρόσωπο που έδειξε σε πάρα πολλές φορές.

Απίστευτη ψυχολογική επίδραση έχουν, ακόμα και σήμερα, δυό παρακαταθήκες αξέχαστων λέξεων: Ένα ποίημα - που γράφτηκε, τότε, για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ένα θεατρικό έργο - που δημιουργήθηκε, με αφορμή τον θάνατό του, τρία χρόνια μετά την εκτέλεσή του. Φέρνουν και τα δυό ρίγη ή δάκρυα στα μάτια. Παραμένουν η καλύτερη απόδειξη ότι η Τέχνη είναι ένα εξαιρετικό κίνητρο στα εθνικά μας θέματα.

Στο άκουσμα του απαγχονισμού του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο Δωδεκανήσιος Φώτης Βαρέλης έγραψε εξαίσιους στίχους, που ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας - για να «περάσουν» από τον έλεγχο των Άγγλων - τους μετέδωσε, τότε, ως δημοτικό κυπριακό τραγούδι:

«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα | μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.| Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας. | Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος, | οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν, | η νια, που τον ορμήνευε, δεν είχε νυχτοπούλι. | Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα. | Σήμερα Σάββατο, ταχιά, όλη η ζωή σαν πρώτα. | Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο, | ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης, | και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει. | Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας. | Μπαίνει κι η Πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει, | μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα. | - Παρόντες όλοι; - Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει. | - Παρόντες, λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει: | - Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις Ελληνική Ιστορία. | Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι, | αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τούς κάμνει | να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη. | - Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος, | στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης, | συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι, | και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία. | Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα, | που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία, | έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».

Αλλά και το θεατρικό έργο που γράφτηκε με αφορμή την εκτέλεση αυτού του παιδιού, έγινε για να μείνει. Μιλάει για τον Κυριακούλη, έναν νεαρό αγωνιστή της ΕΟΚΑ που συλλαμβάνεται από τους Άγγλους και πρόκειται να χάσει τη ζωή του στην αγχόνη. Οι συναγωνιστές του απαγάγουν τον γιο μιας Αγγλίδας,........

© Cretalive


Get it on Google Play