Γαλλία: Xρέη και ελλείμματα

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπερνά σήμερα τα 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχεί στο 115% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, η ετήσια «τρύπα», διαμορφώνεται ετησίως γύρω στο 5,5% με 6% του ΑΕΠ: το γαλλικό κράτος ξοδεύει κάθε χρόνο 160-170 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει. Για να κλείσει αυτή την ετήσια τρύπα, ο γαλλικός οργανισμός διαχείρισης χρέους (Agence France Trésor) εκδίδει κάθε καινούργια χρονιά κρατικά ομόλογα. Η αφετηρία αυτής της συσσώρευσης ελλειμμάτων και χρέους χρονολογείται από το 1974: τότε, η Γαλλία —όπως και η Ελλάδα— κατέγραψε τον τελευταίο ισοσκελισμένο προϋπολογισμό της. Αν και στη συνέχεια πολλές χώρες εμφάνισαν ελλείμματα (το 1969 η Ιταλία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα με μη ισοσκελισμένο προϋπολογισμό), ορισμένες οικονομίες (η Γερμανία, η Σουηδία, η Δανία, η Ολλανδία) κατάφεραν, ιδιαίτερα μετά το 1995, να εξασφαλίζουν πλεονάσματα.

Να τι συνέβη στη Γαλλία. Μετά από τις τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες ραγδαίας ανάπτυξης, την επονομαζόμενη εποχή των «Trente Glorieuses», η πετρελαϊκή κρίση του 1973 προκάλεσε για πρώτη φορά συνδυασμό οικονομικής στασιμότητας και υψηλού πληθωρισμού· τότε, η κυβέρνηση υπό την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εσταίν αναγκάστηκε να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες για να απορροφήσει τους κραδασμούς στην απασχόληση. Στη συνέχεια, μετά την εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν το 1981, η Γαλλία επέκτεινε το κοινωνικό της κράτος με ορισμένες μεταρρυθμίσεις που, αν και ήταν εξαρχής λαϊκιστικές —η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 60 έτη, η θέσπιση 5ης εβδομάδας πληρωμένης άδειας, η μείωση των ωρών εργασίας σε 39 εβδομαδιαίως, η μεγάλη αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων και διόγκωση του δημόσιου τομέα με αθρόες προσλήψεις— έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό και χειροκροτήματα. Το 1983 η γενναιοδωρία περιορίστηκε λίγο —η άκρα αριστερά έκανε τότε λόγο για «λιτότητα»: έκτοτρ στη Γαλλία οι λέξεις έχασαν τη σημασία τους— αλλά η δομή των αυξημένων δαπανών διατηρήθηκε. Το 1992, παρά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία επέβαλε ανώτατο όριο ελλείμματος 3% και χρέους 60%, η Γαλλία συνέχισε να κινείται κοντά ή πάνω από αυτά τα όρια ακόμη και σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, αδυνατώντας να δημιουργήσει πλεονάσματα. Το 2008, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εκτίναξε τα ελλείμματα· λόγω της ύφεσης και των προγραμμάτων «διάσωσης», το χρέος έφτασε από το 64% στο 85% του ΑΕΠ, για να ξεπεράσει το 110% με την πολιτική «όσο κι αν κοστίσει» αντιμετώπισης της πανδημίας COVID-19 το 2020. Ενδεικτικά, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το χρέος της Γαλλίας ήταν 21% το 1981, 35% το 1990 και 115% το 2020. Σήμερα, το συνολικό άθροισμα όλων των ετήσιων ελλειμμάτων που έχουν συσσωρευθεί από το 1974, μαζί με τους τόκους, ανέρχεται σε 3,2-3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα κυμαίνεται μεταξύ 160 και 170 δισεκατομμυρίων ετησίως.

Η λύση της εξίσωσης δεν είναι εύκολη. Αν η Γαλλία καταφέρει να μειώσει, για παράδειγμα, το ετήσιο έλλειμμα από τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ στα 90 δισεκατομμύρια ευρώ, το συνολικό χρέος των 3,5 τρισεκατομμυρίων δεν θα μειωθεί· απλώς θα αυξάνεται με πιο αργό ρυθμό. Για να αρχίσει να μειώνεται το γαλλικό χρέος σε απόλυτους αριθμούς, η Γαλλία πρέπει να επιτύχει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Αυτό μπορεί να γίνει με συνδυασμό δραστικού περιορισμού των δημοσίων δαπανών, διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ταχύτερη αύξηση του ΑΕΠ. Ωστόσο, καθώς οι δημόσιες δαπάνες στη χώρα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 53% του ΑΕΠ και η φορολογία είναι ήδη από τις υψηλότερες στην Ευρωζώνη, η περαιτέρω αύξηση των........

© Athens Voice