Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, η Mercosur, και η απελπιστικά διχασμένη Ευρώπη |
Η Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της προηγούμενης εβδομάδας ήταν ίσως η κρισιμότερη της μεταπανδημικής εποχής. Οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσήλθαν στις Βρυξέλλες ώστε να καταλήξουν στους συμβιβασμούς που θα έκλειναν οριστικά τόσο το ζήτημα της ρευστοποίησης των ρωσικών παγωμένων περιουσιακών στοιχείων, όσο και τη σύναψη της –αντικειμενικά– ιστορικής εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Κοινής Αγοράς και της Mercosur· απέτυχαν και στις δύο περιπτώσεις. Από τη μία, τα πρόθυμα κράτη-μέλη αρκέστηκαν στην κάπως ανέμπνευστη –ιδεολογικά μιλώντας– επιλογή ενός ειδικού δανείου προς το Κίεβο μέσω αξιοποίησης ίδιων πόρων, ενώ, από την άλλη, η επικύρωση της Mercosur μετακινήθηκε για τον Ιανουάριο, και βλέπουμε.
Τρεις δεκαετίες και μετά και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΕΕ αποτυγχάνει απελπιστικά να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών. Οι διαπραγματεύσεις τόσο στην περίπτωση της αξιοποίησης των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, όσο και σε εκείνη της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur, αποδεικνύουν πως τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να προτεραιοποιούν τα εσωτερικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα έναντι εκείνων του συνόλου – ή των ευρωπαϊκών, θέτοντάς το με τους όρους της Ευρωπαϊκής Κομισιόν. Αλλά και πως η δομή της ΕΕ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει.
Από την πρώτη στιγμή της εισβολής των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων στην Ουκρανία, η ΕΕ και η Δύση στο σύνολό της προχώρησαν –ολόσωστα– σε μια σειρά κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, η οποία αυτονοήτως περιλάμβανε και το καθεστώς των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στις επικράτειές τους. Από τα συνολικά σχεδόν 290 δισεκατομμύρια ευρώ στα οποία αποτιμάται η συνολική τους αξία, περισσότερα από 200 δις βρίσκονται εντός της ΕΕ, και η πλειοψηφία αυτών στο Βέλγιο, καθώς διαχειρίζονται ως επί το πλείστον από τον βελγικό χρηματοοικονομικό οίκο Euroclear. Η ιδέα της ρευστοποίησής τους στο πλαίσιο της ενίσχυσης της Ουκρανίας δεν είναι καινούργια. Ωστόσο οι τρέχουσες συνθήκες στο πεδίο, και η απογοητευτική πορεία των έμμεσων τριμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ουκρανίας και Ρωσίας, κατέστησαν σταδιακά την εφαρμογή του συγκεκριμένου σχεδίου ως τη βέλτιστη λύση ώστε να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό με το οποίο θα έρθει αντιμέτωπο το Κίεβο εντός των επόμενων δύο ετών, το οποίο θα ξεπερνάει τα 130 δις.
Η αντίθεση της βελγικής κυβέρνησης να συνηγορήσει στην εφαρμογή του σχεδίου, επικαλούμενη τις πιθανές μεταπολεμικές αξιώσεις αποζημίωσης της Μόσχας, βρίσκεται στον πυρήνα της αποτυχίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο soft-ευρωσκεπτικιστής Βέλγος πρωθυπουργός, Μπαρτ ντε Βέβερ, πάτησε πάνω στην αδυναμία των λοιπών κρατών-μελών να παράσχουν ισόποσες εγγυήσεις του ποσού που θα ρευστοποιούταν σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, προσελκύοντας στη γραμμή του τους ηγέτες της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Μάλτας, Τζώρτζια Μελόνι, Ρόζεν Ζελιάσκοφ –υπηρεσιακός– και Ρόμπερτ Αμπέλα αντίστοιχα.
Θεωρητικά, το επιχείρημα των τεσσάρων κυβερνήσεων έχει μια κάποια υπόσταση, καθώς βάσει τετελεσμένων η ρωσική κυβέρνηση θα μπορούσε όντως να προσβάλει τη ρευστοποίηση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν κυρίως στη ρωσική κεντρική τράπεζα. Η επίκληση, ωστόσο, του συγκεκριμένου επιχειρήματος πάσχει ποικιλοτρόπως. Αρχικά, υπό μια πολιτική οπτική, η επίκληση του διεθνούς δικαίου απέναντι στη Ρωσία ξεπερνά τα όρια του σουρεαλισμού, καθώς ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποδεικνύει σε καθημερινή βάση πως τα λεγόμενα rogue states –ήτοι τα κράτη-μελη της διεθνούς κοινότητας........