Ο σκληρός Μάης του ’44 |
Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 1944, όταν οι μηχανές των γερμανικών φορτηγών άρχισαν να βρυχώνται. Ο Επαμεινώνδας ήταν δεν ήταν δεκατεσσάρων ετών τότε. Βολτάριζε στη Μέρλιν. Τον είχε στείλει εκεί κοντά ο πατέρας του για μια δουλειά.
Τα φορτηγά άρχισαν να βγαίνουν. Τα μάτια του παιδιού ήταν καρφωμένα πάνω στο κομβόι που άρχισε να σχηματίζεται. Αντιλήφθηκε αμέσως πως κάποιος επιβάτης ενός φορτηγού έριξε ένα χαρτάκι στον δρόμο. Έτρεξε και το άρπαξε με τρόπο. Έκανε λίγα βήματα προς τα πίσω και άνοιξε το διπλωμένο χαρτί. Είδε ένα όνομα και μια διεύθυνση στο Μοσχάτο.
Όταν έβγαιναν γερμανικά φορτηγά από τη Μέρλιν δεν ήταν για καλό
Όταν έβγαιναν γερμανικά φορτηγά από τη Μέρλιν δεν ήταν για καλό
Ήταν μικρός ο Επαμεινώνδας, αλλά εκείνα τα χρόνια οι πιτσιρικάδες είχαν ακούσματα και παρατηρούσαν πράγματα που τους μεγάλωναν απότομα, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Ήταν πολλές οι λεπτομέρειες που παρέμεναν σκοτεινές και ανεξήγητες για το παιδί, αλλά καταλάβαινε. Γνώριζε ήδη πως όταν έβγαιναν γερμανικά φορτηγά από τη Μέρλιν δεν ήταν για καλό.
Πήρε να κατεβαίνει την Πειραιώς με τα πόδια και έφθασε στο Μοσχάτο. Κάποιος συνομήλικός του τον καθοδήγησε για να εντοπίσει τη διεύθυνση που ήταν γραμμένη στο χαρτάκι. Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού και, αντί για λόγια, έτεινε το χέρι του με το διπλωμένο χαρτί.
Ο Επαμεινώνδας μεγάλωσε, σπούδασε και έγινε ο μακροβιότερος Οικονομικός Διευθυντής ελληνικής εφημερίδας., Όταν ο ίδιος επέλεγε ν’ ανοίξει το στόμα του, ομολογούσε πως δεν θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ τη σκηνή που ακολούθησε την κίνησή του να δώσει το μικρό χαρτάκι στη γυναίκα που άνοιξε την πόρτα εκεί στο Μοσχάτο. Αν και μεγάλος πια, εκείνη η φωνή του οδυρμού έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό του και κατόπιν, ο συλλογικός θρήνος της γειτονιάς που ακολούθησε σφράγισαν εκείνο το κομμάτι της ψυχής του που τότε διαμορφωνόταν. «Άκουγα τον θρήνο για κάτι που δεν καταλάβαινα. Κάποια στιγμή ένας άγνωστος άνδρας με πλησίασε, μου χάιδεψε το κεφάλι, ψέλλισε κάτι σαν “ευχαριστώ, παιδί μου” και έφυγε κλαίγοντας». Με αυτά τα λόγια περιέγραφε πολύ αργότερα τη σκηνή του συλλογικού κοπετού ο Επαμεινώνδας.
Ο Μιχάλης, ο γιος του, μου έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσω το όνομα του Επαμεινώνδα Παπανίδη σε........