Καβούρι - Πεκίνο, η μυστηριώδης διαδρομή της κατασκοπείας
Οι Βρετανοί πράκτορες του πασίγνωστου MI6 συνηθίζουν να λένε μεταξύ τους μια περίεργη φράση που μόνο εκείνοι καταλαβαίνουν: «Ποτέ μην κρίνεις κάποιον από την ομπρέλα του». Πρόκειται για ένα ευφυολόγημα που αφορά δύο ιστορικά στελέχη των μυστικών υπηρεσιών, τον Κιμ Φίλμπι και τον Γκεόργκι Μάρκοφ. Η φράση οφείλεται στο γεγονός ότι και οι δύο, αν και αντίπαλοι, εξελίχθηκαν σε στενούς φίλους, αλλά για κάποιους λόγους, σε μία από τις πολλές επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχαν την περίοδο που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε ένα από τα πιο «ψυχρά» του επίπεδα, είχαν αγοράσει την ίδια ομπρέλα, επειδή ο ένας παρίστανε πως ήταν ο άλλος.
Αυτό ίσχυε στις σκληρές εποχές όπου, για να μπορέσει κάποιος να μπει στις μυστικές υπηρεσίες και να γίνει κατάσκοπος, δεν αρκούσε να παριστάνει τον καλλιεργημένο μπον βιβέρ που ξέρει από καλή σαμπάνια, αυτοκίνητα, όπλα και γυναίκες. Αυτά ανήκουν στον κινηματογράφο, που αποτελεί μία από τις πιο χονδροειδείς εξαιρέσεις του γνωστού ρητού ότι «αντιγράφει τη ζωή». Καμία σχέση. Σε εκείνα τα πέτρινα χρόνια της κατασκοπείας ίσχυε αυτό που γράφει ο Τζον Λε Καρέ σε μία από τις περίφημες επιστολές του, που απευθυνόταν σε ένα δεκάχρονο παιδί: «Για να γίνεις κατάσκοπος, πρέπει πρώτα να ξέρεις ποια είναι η γνώμη σου για τον κόσμο, ποιους θα ήθελες να βοηθήσεις και ποιους να απογοητεύσεις. Επίσης, πρέπει να αποφασίσεις πόσα πράγματα είσαι διατεθειμένος να κάνεις με ανέντιμα μέσα».
Ο 54χρονος σμήναρχος φαίνεται ότι διέθετε δύο πράγματα σε αφθονία: γνώσεις και έντονη παρουσία στα social media
Αναζητώντας κανείς κοινά σημεία με την υπόθεση του εντοπισμού και της σύλληψης, ως κατασκόπου για λογαριασμό των Κινέζων, του Έλληνα αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, η απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη: βάσει όσων έχουν γίνει γνωστά μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου 7 Φεβρουαρίου, ελάχιστα είναι εκείνα που παραπέμπουν σε κλασική περίπτωση κατασκοπείας, όπως τη γνωρίζουμε. Αυτή είναι κάτι άλλο ή τουλάχιστον η μετεξέλιξη της παραδοσιακής στον σημερινό διαδικτυακό κόσμο. Υπερβολή; Όχι — και εξηγούμαι.
Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες —πάλι αυτές— έχουν ακόμη μία φράση-κλειδί: «Το τέλος ενός κατασκόπου αρχίζει όταν αρχίζουν να τον κατασκοπεύουν». Αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση μοιάζει με κανονική κατασκοπεία. Και έχουμε και λέμε.
Ο 54χρονος σμήναρχος, ειδικευμένος σε θέματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανταλλαγής κωδικοποιημένων σημάτων, ραντάρ και άλλων τεχνικών-ψηφιακών ζητημάτων, φαίνεται ότι διέθετε δύο πράγματα σε αφθονία: γνώσεις —κυρίως όσον αφορά τις κωδικοποιημένες πληροφορίες και τις τεχνικές του ΝΑΤΟ— και έντονη παρουσία στα social media. Από το Facebook και το Instagram έως και το LinkedIn, φόρτωνε πλήθος λεπτομερειών για τις γνώσεις του, αλλά και φωτογραφίες από τη ζωή του, τα ταξίδια του και τις επικοινωνιακές του συνήθειες. Για παράδειγμα, πριν από τρία χρόνια είχε αναρτήσει, σε ύφος που θύμιζε αγγελία αναζήτησης πελατών, μια ανάρτηση γραμμένη μάλιστα στα αγγλικά.
Ο εργάτης από τη Ροδόπη και το σαμποτάζ
Λίγες ημέρες πριν από την υπόθεση του Έλληνα αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, είχε αποκαλυφθεί ακόμη μία ελληνική εμπλοκή σε υπόθεση κατασκοπείας. Αυτή, σύμφωνα με κεντρικές πολιτικές εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, θεωρείται χαμηλότερης στάθμης ως προς τα ποιοτικά και επιχειρησιακά της χαρακτηριστικά. Ο 55χρονος βαφέας, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα και πατέρας ενός κοριτσιού, καταγόμενος από το χωριό Κοπτερό της Ροδόπης, ο οποίος μετέβαινε συστηματικά στη Γερμανία για επαγγελματικούς λόγους —κυρίως για εργασίες αμμοβολής σε ναυπηγεία— στο πλαίσιο συμφωνιών που μεσολαβούσαν δύο Έλληνες εργολάβοι εύρεσης προσωπικού, κατηγορείται, μαζί με έναν 37χρονο Ρουμάνο συνάδελφό του, από τις γερμανικές Αρχές για απόπειρα δολιοφθοράς σε πολεμικό πλοίο. Συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορά την κορβέτα «Emden», η οποία βρισκόταν ελλιμενισμένη σε ναυπηγείο του Αμβούργου για επισκευές και επρόκειτο να αποπλεύσει για δοκιμαστικό πλου.
Στην ενημέρωση της Eurojust (Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δικαστική συνεργασία) επισημαίνεται ακόμη ότι οι δύο κατηγορούμενοι φέρονται, μεταξύ άλλων, να «έριξαν πάνω από 20 κιλά λειαντικού χαλικιού στους κινητήρες πλοίων του γερμανικού πολεμικού ναυτικού», να «προκάλεσαν φθορές σε γραμμές παροχής πόσιμου νερού» και να «αφαίρεσαν τάπες από δεξαμενές καυσίμων». Ο πατέρας του 55χρονου από τη Ροδόπη τον περιέγραψε ως έναν άνθρωπο που πηγαινοερχόταν στη Γερμανία αναζητώντας μεροκάματο. Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι, στην πιο περίπλοκη εκδοχή της υπόθεσης, είναι πιθανό να έχει στρατολογηθεί μαζικά μέσω διαδικτύου από ρωσικές ομάδες που, στο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου εναντίον της Ευρώπης, πληρώνουν πολύ χαμηλές αμοιβές —από 20 έως 100 ευρώ ή δολάρια— για την πρόκληση ζημιών σε ευρωπαϊκούς στόχους. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
«Οι κακόβουλοι παράγοντες ζουν ανάμεσά μας — δουλεύουμε μαζί τους. Κάθε επιχείρηση θα πρέπει να τους λαμβάνει σοβαρά υπόψη και να τους περιορίζει. Οι insiders αποτελούν κρίσιμο πόρο, και όσοι είναι κακόβουλοι μπορούν να αποβούν σημαντική απειλή για κάθε επιχείρηση, αν υποτιμηθούν». Οι αναρτήσεις για παρόμοια θέματα κυβερνοασφάλειας και ψηφιακής στρατηγικής πύκνωσαν, σύμφωνα με πηγές των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών,........
