Οι «αθώες» ερωτήσεις στις συνεντεύξεις που κρατούν τις γυναίκες εκτός αγοράς εργασίας
Σε μία από τις πρώτες συνεντεύξεις της καριέρας μου, που μετρά περισσότερα από 20 χρόνια, ο άνθρωπος που με δέχτηκε μου δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι δεν προσλάμβανε ποτέ γυναίκες, αλλά εμένα δέχτηκε να με δει επειδή με είχε συστήσει ένας κοινός γνωστός. Ήμουν πολύ νέα για να απαντήσω όπως θα απαντούσα σήμερα. Έκτοτε, έχοντας περάσει επανειλημμένα από τη διαδικασία των συνεντεύξεων, έχω διαπιστώσει ότι ένα μέρος των ερωτήσεων που απευθύνονται σε γυναίκες υποψήφιες δεν έχει στόχο την αξιολόγηση της επάρκειάς τους για τη θέση, αλλά τον έλεγχο του κατά πόσο η γυναικεία τους ιδιότητα είναι δυνητικό ρίσκο. Όχι αν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ρόλου, αλλά αν θα αποκλίνουν από ένα άτυπο, ανδρικό πρότυπο διαθεσιμότητας χωρίς διακοπές, χωρίς ηλικία, χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις.
Πρόκειται για ερωτήσεις που δεν είναι απλώς άκομψες ή παρωχημένες. Αναπαράγουν ανισότητες και λειτουργούν ως μηχανισμός έμμεσου αποκλεισμού για τις γυναίκες από την αγορά εργασίας. Ακολουθούν ορισμένες από αυτές τις ερωτήσεις που καλό είναι να μην τίθενται, με μία βασική επισήμανση προς όσους αξιολογούν υποψηφίους: Η συνέντευξη δεν είναι χώρος άσκησης προκαταλήψεων, αλλά θεσμική διαδικασία. Και ο τρόπος που γίνεται δεν είναι ποτέ ουδέτερος.
Αν και πόσα παιδιά έχει η υποψήφια. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι υποψήφιοι εργοδότες ρωτάνε τις γυναίκες υποψήφιες εργαζόμενες αν έχουν παιδιά ή αν σκοπεύουν να κάνουν παιδιά - συνήθως δε, θεωρούν εκ προοιμίου ότι οι γυναίκες θα κάνουν οπωσδήποτε παιδιά κάποια στιγμή, αν είναι σε σχετική ηλικία. Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: οι γυναίκες επιλέγουν όλο και λιγότερο να κάνουν παιδιά (το γνωστό πρόβλημα το δημογραφικού) αλλά και όσες κάνουν, το κάνουν αρκετά αργότερα (μετά τα 30 στην Ελλάδα). Επομένως, αυτή η υπόθεση των εργοδοτών ότι η γυναίκα θα γίνει μητέρα και θα λείψει και θα τους κοστίζει, επιβαρύνει τις γυναίκες για ακόμα μεγαλύτερη περίοδο της ζωής τους, ενώ όλο και........
